Tag Archives: Κεσμέτη

ἡ αἴσθηση τοῦ νά εἶσαι ἕνα κατάλοιπο, ἕνα περίσσιο κομμάτι (σε αντίθεση μέ τό ἀναντικατάστατο) ἕνα ἀπόρριμα *

της Νατάσας Κεσμέτη

Σέ ἀντίθεση μέ τά πρόσωπα τῶν ἐποχῶν, τά μύρια πρόσωπα τῆς φύσης καί μάλιστα τά λιγότερο κραυγαλέα πού διαθέτουν τό χάρισμα εἴτε νά προκαλέσουν εἴτε νά διευκολύνουν τήν ἀρχή μιᾶς ἡσυχίας μέσα μας , εἶναι μᾶλλον σπάνιο νά συμβεῖ κάτι τέτοιο μέ τά ἀνθρώπινα πρόσωπα. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐπίσης πώς πώς νιώθουμε ἐξόριστοι ὅπου κι ἄν βρισκόμαστε.

Μπορεῖ νά καταφέρνουμε ἀκόμη νά τό κρύψουμε ἀπό τόν ἑαυτό μας, ἀλλά ἡ ἀνησυχία πού σαλεύει στό βάθος τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς μας δέν παύει . Εἴτε μόλις ξυπνήσουμε εἴτε λίγο πρίν ἀποκοιμηθοῦμε μᾶς συναντάει, ὅ,τι κι ἄν κάναμε γιά νά τήν ἀποφύγουμε τίς ὑπόλοιπες ὧρες .

Ἔχει τήν μορφή τῆς ἀμφιβολίας γιά μᾶς τούς ἴδιους, γιά τό ἄν ζοῦμε πραγματικά . Εἶναι ἕνα αἴσθημα ἀπειλῆς πού ὀγκώνεται σάν κουφό κύμα . Εἶναι ἕνα προαίσθημα βαρύ καί σκοτεινό πού δέν μποροῦμε νά ἐντοπίσουμε τήν πραγματική του πηγή. Βεβαιώνουμε τόν ἑαυτό μας πώς ὅλοι ἔτσι νιώθουν ἐξ αἰτίας τῶν συγκεκριμένων μας συνθηκῶν, ἀλλά πεισματικά κάποιος γνωστός ἤ ἄγνωστος μέσα μας δέν πείθεται. Μπορεῖ νά ἀποκοιμιέται ἀλλά τήν ἑπομένη ἀνανεώνει τήν ἐπανεμφάνιση τῆς ἀνησυχίας του μέ διάφορους τρόπους.

Πρέπει νά ἀποδεχτοῦμε τήν ἀλήθεια του. Τουλάχιστον ἄς ξεκινήσουμε ἀπό αὐτό : ἕνας ἀριθμός ἀνθρώπων δέν ἀποτελεῖ κοινότητα μόνο καί μόνο ἐπειδή εἶναι… ἕνας ἀριθμός ἀνθρώπωv.

Κι αὐτό πού μᾶς λείπει περισσότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ πραγματικότητα τῆς κοινότητας. Τήν μπερδεύουμε μέ τήν ὁμάδα, τή συγκέντρωση, τήν συναναστροφή, τή κοινή διαμαρτυρία, τήν διαδήλωση, τήν πορεία, τίς μαζικές ἐκδηλώσεις θυμοῦ ἤ ἐπικρότησης, τήν σωματική συνύπαρξη, τήν συμπαρακολούθηση ἑνός θεάματος ἤ ἀκροάματος , «τά πολιτιστικά δρώμενα».

Μπορεῖ νά ἔχει κάτι ἀπ’ ὅλες αὐτές τίς μορφές συνάντησης ἀνθρώπων ἀλλά ἡ κοινότητα εἶναι κάτι πολύ παραπάνω. Ὁ Κούντερα στήν «Ταυτότητά» του ἔγραψε πώς στά περισσότερα ἀπό τά παλιά ἐπαγγέλματα ὑπῆρχε ἕνα στοιχεῖο πάθους : «Οἱ παπουτσῆδες γνώριζαν ἀπό στήθους τά πόδια κάθε συγχωριανοῦ». Ἐδῶ ἄλλοτε γνωρίζαμε ἀπό μεράκι – λέξη πού ἴσως ριζώνει στόν ἵμερο. Ἀλλ΄ἀκριβολογεῖ ὁ συγγραφέας ὅταν λέει: ἀπό στήθους. Γιατί στό στῆθος τους οἱ παπουτσῆδες τοποθετοῦσαν μιά ξύλινη πλακέτα καί κεῖ πάνω κάρφωναν τά παπούτσια. Γι αὐτό καί πολλοί ἀρρώσταιναν ἀπό στηθικές νόσους καθώς ὁ ξύλινος θώρακας βάραινε καί δέν ἀνέπνεαν καλά. Τώρα ὅσοι ἀπέμειναν τσαγκάρηδες δέν ἀρρωσταίνουν ἔτσι ἀλλά σπάνια γνωρίζουν ἤ γνωρίζονται. Ὅλοι εἴμαστε πανομοιότυποι, προσθέτει ὁ Κούντερα δεμένοι μέ τήν κοινή μας ἀδιαφορία.

Ἡ κοινότητα γιά τήν ὁποία μιλᾶμε δέν δένει τά μέλη της μέ ἕνα διάτρητο δίχτυ ἀδιαφορίας, κάτι πού σημαίνει νέκρα τῆς κοινῆς συμβολικῆς γλώσσας. Κι αὐτό γιατί δέν εἶναι συνάθροιση μονολόγων. Ἡ ἀδιαφορία δέν ἔχει καμιά σχέση μέ τή δημιουργική ἡσυχία. Ἡ κοινότητα πού ἔχουμε ἀπωλέσει, συνδέει τά μέλη της μ’ ἕναν ἱστό ἀμοιβαιότητας τῶν φαντασιακῶν συμβόλων, πράγμα πού προϋποθέτει τήν ζωντανή μοναδικότητα τῆς ποικιλίας προσώπων σέ διάλογο.

Τό πικρό προνόμιο τῶν ἐξορίστων εἶναι ὁ μονόλογος. Ἡ μεγαλύτερη δοκιμασία τους : νά πνιγοῦν στήν εἰκόνα τους. Ἡ ἡσυχία ὅμως δέν εἶναι αὐτή τοῦ ναρκίσσου. Δέν μονολογεῖ κατάκλειστη. Ἔχουμε ξεχάσει πῶς ἀκριβῶς εἶναι νά ζεῖς σέ κοινότητα. Ὅμως σέ καμιά περίπτωση δέν εἴμαστε «κατάλοιπα».  Πρέπει νά βροῦμε ἤ μᾶλλον νά στραφοῦμε στό ζωντανό κέντρο μέσα μας καί νά συνομιλήσουμε μαζί του. Ἀκόμα καί ἡ ἀπόρριψη μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ ὠστική δύναμη γι αὐτή τήν στροφή. Ἔστω καί τά ψίχουλα γιά τούς σκύλους, εἶπε ἡ πεινασμένη εὐαγγελική γυναίκα καί δέν μιλοῦσε μέ τήν ὑποκριτική ψευτιά μιᾶς ὑπόδουλης. Δέν στεκόταν ὡς «ἕνα περίσσιο κομμάτι» ἀπέναντι στόν Χριστό, γι αὐτό ἀπέσπασε τόν πλήρη του θαυμασμό καί ὁλόκληρη τήν προσοχή του. Ὅσα βάσανα καί νά εἶχε, χόρτασε ἀπό τήν ἀγάπη πού τήν ὕψωνε στά μάτια του σέ ὅλη τήν μοναδικότητα τῶν δυνατοτήτων της. Τόλμησε τόν διάλογο καί ἐγκαινίασε μιά σχέση ζωτικῆς ἐπικοινωνίας ὅπου δέν ἦταν ἀπόρριμα: ξένη ἤ ἐξόριστη, ἀλλά οἰκεῖο μέλος μιᾶς καθολικότητας πέρα ἀπό τά ὅρια τῆς νοσταλγούμενης, πλήν θρυμματισμένης κοινότητας.

Τό παράθεμα εἶναι μιά πρόταση ἀπό τήν παρακάτω παράγραφο. Περιέχεται σέ μια πολύ ενδιαφέρουσα και πολύπλευρη συνέντευξη της κόρης τοῦ Λακάν, Judith Miller πού ἀναδημοσιεύθηκε στόν ἱστότοπο People and Ideas ἀπό τήν ἱστοσελίδα του Κέντρου Ψυχαναλυτικών Ερευνών. H μετάφραση στα ελληνικά είναι της Νατάσσας Κατσογιάννη και της Κυριακής Σαμαρτζή :

«Στό πλαίσιο τοῦ κοινωνικοῦ, ὑπάρχει συχνά μιά ἐπίδραση ἐπί τοῦ ὑποκειμενικοῦ, πάνω σέ κάθε ὑποκείμενο, ἡ αἴσθηση τοῦ νά εἶσαι ἕνα κατάλοιπο, ἕνα περίσσιο κομμάτι (σέ ἀντίθεση μέ τό «ἀναντικατάστατο»), ἕνα ἀπόρριμα. Στήν ἐργατική ἐπισφάλεια γιά παράδειγμα: σήμερα ἔχω αὐτή τή δουλειά, αὔριο μέ βάζουν στό περιθώριο, δέν ξέρω τί θά ἀπογίνω…»

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός

Ὁ κρό­κος τοῦ 25

Ο ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ ἦ­ταν γε­μά­τος ἄ­δεια φο­ρεῖ­α καὶ σι­ω­πή. Στὸν γυ­ναι­κεῖ­ο θά­λα­μο 25 ἕ­νας κρό­κος ἔ­φεγ­γε προ­βάλ­λον­τας ἀ­π’ τὸν βολ­βό του. Ἀ­πέ­ναν­τι, σ’ ἕ­να στε­νό­χω­ρο δί­κλι­νο, δυ­ὸ ἄν­δρες κου­βέν­τια­ζαν χα­μη­λό­φω­να.
Φορ­τω­μέ­νος τρα­γι­κὲς ἢ πλη­γω­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, ἔ­χον­τας δώ­σει πλή­ρως τὴν προ­σο­χή του σὲ ἑ­κα­τον­τά­δες ἀν­θρώ­πων γιὰ πά­νω ἀ­πὸ πε­νήν­τα χρό­νια, ὁ βα­ριὰ ἀ­σθε­νὴς γε­ρο-μο­να­χὸς ἔ­λε­γε τώ­ρα πώς, πα­ρ’ ὅ­σα εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δεῖ, πο­τὲ δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ πι­στεύ­ει στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀν­θρώ­που καὶ στὴν συ­νε­χῆ δι­α­κυ­βέρ­νη­ση τοῦ κό­σμου ἀ­πὸ τὸν Θε­ό.
Ὁ φί­λος του για­τρός, κα­θι­σμέ­νος στὸ δι­πλα­νὸ ἄ­δει­ο κρε­βά­τι ἔ­δει­χνε ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ὡ­στό­σο ἄ­κου­γε προ­σε­κτι­κά:
«Μᾶς ἔ­δω­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α νὰ κά­νου­με λά­θη καὶ νὰ βι­ώ­νου­με πά­θη.»
Ἕ­νας νέ­ος βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸν 25, δι­έ­σχι­σε τὸν δι­ά­δρο­μο, τοὺς δι­έ­κο­ψε τεί­νον­τας στὸν μο­να­χὸ ἕ­να μπλόκ. «Εὐ­χα­ρι­στῶ εὐ­λο­γη­μέ­νε» εἶ­πε ἐ­κεῖ­νος στὸν ἄν­δρα ποὺ ἀ­μέ­σως ξα­να­βγῆ­κε. Τὸ ἔ­φε­ρε κον­τὰ στὰ μά­τια του γιὰ λί­γο καὶ τὸ ἔ­δω­σε στὸν για­τρό. «Δι­άβα­σε ἐ­σὺ κα­λύ­τε­ρα» εἶ­πε. «Κι οἱ δύο δε­σμευ­ό­μα­στε ἐξ ἴ­σου ἀ­πὸ τὸ ἀ­πόρ­ρη­το»:
15 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀ­νυ­πό­φο­ρος πό­νος. Μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὸ σῶ­μα ἀν­τέ­χει ἂν καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­κλει­στι­κὰ δι­κός του. Πρέ­πει νὰ διατη­ρή­σει τὴν σιω­πή του. Ὄ­χι ἀ­πὸ ὑ­πε­ρη­φά­νεια οὔ­τε ἐξ αἰ­τί­ας τῆς μο­να­δι­κό­τη­τάς του.
16 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἕ­νας σπα­ραγ­μὸς ποὺ ξε­περ­νᾶ κά­θε εἴ­δους σύ­νορο, μὲ ἑ­νώ­νει μὲ κά­θε ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νο, πλά­σμα μαγ­κω­μέ­νο στὶς δαγ­κά­νες τοῦ πό­νου εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀρ­ρώστεια, εἴ­τε ἀ­πὸ πεί­να, ἀ­πὸ κα­κο­ποί­η­ση ἢ ἀ­γρι­ό­τη­τα κι ἀ­ναλ­γη­σί­α εἴ­τε ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄλ­λο ἀ­πό­λυ­το πα­ρα­λο­γι­σμό. Ἀλ­λὰ κa­ὶ μὲ τοὺς εὐ­τυ­χεῖς μὲ ἑ­νώ­νει για­τί δὲν ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α ἀ­δάγ­κω­τη ἀ­πὸ ἕ­ναν συγ­κλο­νι­στι­κὸ πό­νο – ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα.
17 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­μύ­τι­σαν φυλ­λα­ρά­κια!
18 Δε­κεμ­βρί­ου. Ξε­περ­νᾶς κά­θε ἔν­νοι­α, νό­η­μα καὶ μορ­φὴ ποὺ θὰ δο­κί­μα­ζαν νὰ πε­ρι­γρά­ψουν πῶς ἀ­κοῦς καὶ πῶς συλ­λέ­γεις τὶς οἰ­μω­γὲς ἐ­πι­στρέ­φον­τάς τις… Ἐ­νερ­γὸς εἰ­ρή­νη, ἐ­κεῖ ἐ­ξαρ­χῆς.
20 Δεκεμβρίου. Ξε­μύ­τι­σαν κι ἄλ­λα χα­ρι­τω­μέ­να… Τοῦ ζή­τη­σα μιὰν ἁ­γι­ο­γραφί­α. «Ἀ­κο­λου­θή­σω­μεν λοι­πὸν ἔν­θα ὁ­δεύ­ει…»
21 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἀλ­λὰ σὲ τί ἀ­πό­κρη­μνα κο­φτε­ρὰ πράγ­μα­τα πρέπει νὰ περ­πα­τή­σουν οἱ ἀ­μά­θη­τες πα­τοῦ­σες χα­ρα­κω­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ κα­φτὸ κι ἀ­πὸ τὸ πα­γω­μέ­νο αἷ­μα ξα­νὰ καὶ ξα­νά.
22 Δε­κεμ­βρί­ου. Ὅ­ταν στραγ­γί­ζουν οἱ στέρ­νες ἀ­π’ ὅ­λο τὸν ὑ­δά­τινο ὁ­ρί­ζον­τά τους, τό­τε τὸ κά­θε τὶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό. Κι ὅ­ταν κι ὁ οὐ­ρα­νὸς ἀ­πο­σύ­ρε­ται, μέ­νει ὁ ἱ­κέ­της μό­νος μέ­σα στὴν πί­στη του ποὺ τρέ­μει σω­ρι­α­σμέ­νη. Τὴν φρον­τί­ζει μὲ ὅ­σα δά­κρυ­α ἔ­χει, τὴν κοι­τά­ζει ἀ­νήμ­πο­ρος κα­θὼς ψυ­χο­μα­χᾶ, ἀλ­λὰ δὲν τὴν ἐγ­κα­τα­λεί­πει. Κά­τι ἄ­γριο θε­ρι­εύ­ει στὸ βά­θος τοῦ βλέμ­μα­τός του.
Ἡ τριμ­μέ­νη μου σάρ­κα δὲν ἔ­χει κα­μιὰν ἀ­ξί­α οὔ­τε τὰ συν­τριμ­μέ­να μου ὀ­στά. Δὲν μὲ ἔ­χεις σὲ τί­πο­τα ἀ­νάγ­κη ἀλ­λὰ μὲ ἀ­γα­πᾶς ὅ­πως ἐ­γὼ ἀ­γα­πῶ τὴν ἀ­νήμ­πο­ρη πί­στη μου.
Ὁ κρό­κος ἄν­θι­σε!
23 Δε­κεμ­βρί­ου. Τὸ βρέ­φος στὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ τὸ πε­ρι­πτύσ­σε­ται φα­νε­ρώ­νει τὴν ἐμ­πι­στο­σύ­νη ποὺ τὸ γα­λου­χεῖ. Στὴν ἀ­κμὴ τῆς ζω­ῆς του φθά­νει καὶ στὴν ἀ­κμὴ τοῦ πό­νου του, ὅ­ταν τὰ ἄ­κρα του τα­νύ­ζον­ται στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἐ­νῶ συ­σπῶν­ται στὸ ἔ­σχα­το ση­μεῖ­ο συ­σπεί­ρω­σης. Δι­α­δο­χι­κὲς τα­νύ­σεις καὶ συ­σπει­ρώσεις δὲν μα­ται­ώ­νουν ἕ­ναν κύ­κλο σο­φί­ας, τρυ­φε­ρό­τη­τας καὶ ἀ­γαλ­λί­α­σης. Μιὰ εἰ­κό­να παν­τε­λῶς ἀ­ό­ρα­τη: φω­τιὰ πί­σω ἀ­πὸ ὠ­κε­α­νοὺς στά­χτης.
• Τί νό­η­μα ἔ­χει; μουρ­μού­ρι­σε ἀ­πο­καρ­δι­ω­μέ­να ὁ για­τρός.
— Ἐν­νο­εῖς πὼς δὲν σώ­ζε­ται γρά­φον­τας;
Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θιστο γιὰ ἀ­σθε­νῆ σὲ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη πο­ρεί­α νὰ ἐκ­φρά­ζε­ται ἔ­τσι ἀλ­λὰ ὁ ἴ­διος προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Γιὰ μιὰν ἀ­κό­μη Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων σὲ ἐ­φη­με­ρί­α. Τὸ ὁ­μο­λό­γη­σε καὶ πρό­σθε­σε:
— Ἐ­σεῖς δὲν θὰ προ­τι­μού­σα­τε νὰ εἶ­στε στὸ κελ­λί σας;
• Καὶ ποῦ ἀλ­λοῦ εἶ­μαι;
— Ἔ­χε­τε θάρ­ρος γιὰ χι­οῦ­μορ!
• Κα­θό­λου! Ὁ πον­τι­κὸς στὴν τρύ­πα του εἶ­ναι ἄρ­χος, ἀλ­λὰ παν­τοῦ ὁ μο­να­χὸς ἕ­να ὀ­φεί­λει νὰ πα­ρα­κα­λεῖ: νὰ προ­φτά­σει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν με­τά­νοι­ά του. Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρὰ ἀ­νά­με­σα σὲ μο­να­χοὺς καὶ λα­ϊ­κούς. Ἴ­σως αὐ­τὴ ἡ ἀ­δελ­φή μας βρῆ­κε τὸ μο­νο­πά­τι τῆς δι­κῆς της πο­ρεί­ας.
• Λέ­τε;
• Πα­ρα­πο­νι­ό­μα­στε πο­λὺ γιὰ τὶς λέ­ξεις. Ξε­χνᾶ­με πὼς κά­θε στιγ­μὴ μᾶς εὐ­ερ­γε­τοῦν.
Ὁ για­τρὸς ἐ­πέ­μει­νε:
• Δὲν ὑ­πάρ­χει δι­α­φο­ρά;
• Κα­μί­α. Ὅ­λοι ἀ­να­λαμ­βά­νουν νὰ ἀ­σκοῦν­ται κα­τὰ ποι­κίλους τρό­πους, ἐ­ὰν ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ἀ­πο­κτή­σουν νοῦν καὶ σπλάχνα Χρι­στοῦ.
Ξα­νά­σκυ­ψε στὸ μπλόκ:
24 Δε­κεμ­βρί­ου. Ἔ­λα μι­κρὲ πῶ­λε νὰ μᾶς πά­ρεις πά­λι ἕ­ναν ἕ­ναν στὴ ρά­χη σου. Τοὺς αἰχ­μά­λω­τους, τοὺς πρό­σφυ­γες, τοὺς ἑ­τοι­μοθά­να­τους. «Ἐ­κεῖ ἐ­φά­νη ρί­ζα ἀ­πό­τι­στος βλα­στά­νου­σα ἄ­φε­σιν. Ἐ­κεῖ εὑ­ρέ­θη φρέ­αρ ἀ­νώ­ρυ­κτον…» Ἔ­λα καὶ γιὰ μέ­να πιά.

Νατάσα Κεσμέτη
Δε­κέμ­βριος 2010

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός

Νησί από ελαφρόπετρα

 

cebdceb1cf84ceaccf83ceb1

Μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ¨Αλεξάνδρεια¨ η νέα συλλογή διηγημάτων της γνωστής πεζογράφου και βιβλιοκριτικού Νατάσας Κεσμέτη με τίτλο ¨Νησί από ελαφρόπετρα¨. Περιλαμβάνει 14 ιστορίες,  διηγήματα, γραμμένα με δεξιοτεχνία για να σας ταξιδέψουν :
Τροφώς – Η κυρία Νηρού – Rosa Mystica – Δεν νογάς ελληνικά – Εκεί που ψάρευα – Κουζνέτσκ – Μονόλογος στις Κουκουβάουνες – Η Έρνα και ο κλέφτης – Σούσσα η ξενοδόχα – Δερμάτινα γάντια για μιάν απογευματινή – Μωβ καστόρινο καπέλο για την πτήση – Εικαστική λογοτεχνία η νησί από ελαφρόπετρα – Καμωμένα από νηρίτη – Salix.
14 γοητευτικές ιστορίες δύναμης, τόλμης, μοναξιάς, και δίψας για Νόημα, όχι μόνο για να περάσετε ευχάριστα εσείς αλλά και να το χαρίσετε σαν δώρο στις γιορτές που έρχονται σ΄ αυτούς που αγαπάτε.
Η Νατάσα Κεσμέτη πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1972 και το ¨Νησί από ελαφρόπετρα¨ είναι η όγδοη συλλογή διηγημάτων της. Έχει δημοσιεύσει μελετήματα για πεζογράφους και ποιητές. Κρατάει την στήλη της κριτικής στο περιοδικό ¨Ευθύνη¨. Συνεργασίες της βρίσκονται σε διάφορα γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά.
Μερικά από τα έργα της Νατάσας Κεσμέτη:
· Τα 7 της Άρκτου (1972)
· Αχ να ήμουν ρημαγμένος καφενές (ποιήματα 1974)
· Τρία διηγήματα (Τετράμηνα, αρ. 30, Άμφισσα 1986)
· Το αιώνιο Ρολόι (διηγήματα , Νεφέλη, 1987)
· Κήπος περίφρακτος (διηγήματα , Πλανόδιον 1992)
· Η Βίργκω της ερημιάς και τα κρυφά κελαϊδόνια ( διηγήματα, Νεφέλη 1996)
· Μαγεμένο Χώμα (διηγήματα, Κέδρος 1999)
· Ο Αντριωμένος Ευστάθιος και το ελάφι του Θεού (Ακρίτας 2000)
· Αίσθηση γυναίκας – προσεγγίσεις ζωής (συλλογική έκδοση, Καστανιώτης 2000)
· Ο λυρικός λίθος του Ορέστη Αλεξάκη , μελέτη στη συλλογική έκδοση Ακροατής Οριζόντων (Γαβριηλίδης 2004)
· Ο εραστής μου ο Ερρίκος (Δώδεκα διηγήματα και μια νουβέλα, Αλεξάνδρεια 2005)
· Μικρό Ωρολόγιο (Ο μικρός Αστρολάβος 2005)

Οι εκδόσεις ¨Αλεξάνδρεια¨ βρίσκονται  ΣΟΛΩΝΟΣ 133, ΑΘΗΝΑ και στη Στοά του Βιβλίου ΠΕΣΜΑΤΖΟΓΛΟΥ 5 – ΣΤΑΔΙΟΥ 44

Το ¨Νησί από ελαφρόπετρα¨ έχει διαστάσεις: 21X14,  213 σελίδες  και τιμή: 14,00 €

 

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός, Υμηττός

Ζέτα Κουντούρη

Συνηθισμένος από το μονότονα επαναλαμβανόμενο τρόπο γραψίματος των περισσοτέρων νέων συγγραφέων που προσπαθούν να μιμηθούν το αμερικάνικο τυποποιημένο σεναριακού τύπου γράψιμο η το βαρετό φτηνό κουλτουριάρικο κάποιων άλλων ήταν για μένα ευχάριστη έκπληξη η ανάγνωσή της ¨Λεγάμενης¨.

Την συγγραφέα Ζέτα Κουντούρη δεν την ήξερα και πιθανώς να μην την μάθαινα ποτέ αν το βιβλίο της ¨Η Λεγάμενη¨ δεν μου το χάριζε η Νατασα Κεσμέτη και ομολογώ ότι το έπιασα στα χέρια μου με δυσπιστία και νιώθω ένοχος γι΄ αυτό. Άρχισα να το διαβάζω χτες το απόγευμα όταν επιτέλους βρήκα το κλειδί του γραμματοκιβωτίου μετά από 3ήμερη αναζήτηση ( είμαι λίγο σερσέμης) και αν εξαιρέσουμε μια 2ωρη υποχρεωτική διακοπή το καταβρόχθισα μέχρι τις 10 το βράδυ , μονορούφι , κάτι που πολύ καιρό είχε να μου συμβεί.

Χωρίς λεκτικούς εντυπωσιασμούς και κείμενο που δεν είναι γραμμένο απλώς για να γεμίζει σελίδες καταφέρνει να σου κάνει εικόνα ζωντανή τη διήγησή της , ένα διήγημα με υπόθεση και απρόσμενο τέλος που περιγράφει τις αντιδράσεις μια μικρής νησιώτικης κοινωνίας όταν ¨εισβάλει¨ σ΄ αυτήν μια ξένη , ¨η Λεγάμενη¨, που όλοι την αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό και απόρριψη σαν κάποια που μπορεί να αποκαλύψει ενοχές , ανασφάλειες και μικρόψυχα συναισθήματα που μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσαν καλά κρυμμένα , απόρριψη ακόμα και απ΄αυτούς που την έβλεπαν σαν πραγμάτωση των φαντασιώσεών τους , αστυνομικό διήγημα αλλά και ηθογράφημα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς που διαβάζεται ευχάριστα από τη πρώτη μέχρι και τη τελευταία σελίδα.

Θα μπορούσε να γίνει ταινία με επιτυχία αν έβρισκε αναλόγως ταλαντούχο σεναριογράφο και σκηνοθέτη.

Ευχαριστώ Νατάσα

ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ ΖΕΤΑ Η Ζέτα Κουντούρη γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι δικηγόρος και εργάζεται στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τις Εκδόσεις της Εστίας κυκλοφόρησαν τα βιβλία της «Η Πρεμιέρα» (1992) και «Σας είδα» (1995). Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφόρησε «Η αίσθηση γυναίκας – Προσεγγίσεις ζωής» (2002), ένα βιβλίο το οποίο έγραψε μαζί με πέντε άλλες γυναίκες συγγραφείς. Συνεργασίες της έχουν δημοσιευθεί σε γνωστά λογοτεχνικά περιοδικά: Πλανόδιον, Ευθύνη, Περίπλους, Εμβόλιμον, Ανατολικός, κ.α. Από τη συλλογή της «Η Πρεμιέρα», το διήγημα «Στοίχημα» έχει συμπεριληφθεί στο νέο τόμο Ανθολογίας Ρένου, Ήρκου και Στάντη Αποστολίδη και το διήγημα «Όμορφη ζωή» έχει μεταφραστεί στα ισπανικά και έχει δημοσιευθεί σε μία ανθολογία Ελληνίδων συγγραφέων της Teresa Sempere (escritoras GRIEGAS, 2004).

Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:

  • (2007) Όμορφη ζωή , Κέδρος
  • (2006) Η λεγάμενη , Κέδρος
  • (2000) Αίσθηση γυναίκας , Καστανιώτη
  • (1995) Σας είδα , Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • (1992) Η πρεμιέρα , Βιβλιοπωλείον της Εστίας
  • .

    Σχολιάστε

    Filed under Πολιτισμός

    Αφιέρωμα στο ποιητή Τάσο Πορφύρη

    Αφιέρωμα στο ποιητή Τάσο Πορφύρη θα κάνει την Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2008 στις 8μ.μ. ο Φιλοπρόοδος Όμιλος Υμηττού στην αίθουσα εκδηλώσεών του.

    Την παρουσίασή του θα κάνει η πεζογράφος και κριτικός λογοτεχνίας Νατάσα Κεσμέτη .

    Ο Τάσος Πορφύρης θα διαβάσει ποιήματά του με την συνοδεία πιάνου και βιολοντσέλου από τους Κώστα και Μιχάλη Πορφύρη που είναι τα παιδιά του.

    Ο ποιητής είναι σύζυγος της Μυρτώς Δουλή (υψιφώνου και πρωταγωνίστριας της Εθνικής λυρικής σκηνής )

    1 σχόλιο

    Filed under Πολιτισμός, Υμηττός

    Τρο-φῶς

    ciorba_de_burta.jpg
    Running to the window, he opened it, and put out his head. No fog, no mist ; clear, bright,jovial,stirring, cold; cold,piping for the blood to dance to; Golden sunlight ; Heavenly sky; sweet fresh air; merry bells. Oh, glorious! Glorious !
    “ What’s to – day ? “ cried Scrooge, calling down to a boy in Sunday clothes (…)
    “ Eh? “ Returned the boy with all his might of wonder.
    _ “ What’s to – day, my fine fellow ? “ said Scrooge
    _ “ To – day ! “ replied the boy. “ Why , CHRISTMAS DAY.
    .
    A Christmas Carol
    Charles Dickens
    .
    Καθήσανε σ’ ἕνα τραπεζάκι στό βάθος κοντά στήν κουζίνα. Ἀπό τήν ἀνοιχτή πόρτα φαινόταν ὁ πάγκος μέ τίς μεγάλες κατσαρόλες καί τά ταψιά πού ἀχνίζανε. Οἱ μυρωδιές ἀνηφόριζαν τά σκαλοπάτια , ξεχύνονταν ἔξω καί καλοῦσαν τούς περαστικούς.
    Στό δρόμο τερμάτιζαν πολλές γραμμές λεωφορείων καί ἦταν πολυσύχναστος. Ἄνθρωποι στριμώχνονταν σέ ἀκατάστατες οὐρές κι ἀνάμεσα τους κυκλοφοροῦσαν πολλοί ζητιάνοι ἄσκημοι, βρώμικοι καί σκοτεινιασμένοι. Ἀλλά πιό σκοτεινιασμένοι ἦσαν οἱ ριγμένοι ἀνάπηροι στίς γωνιές πού ἔκρυβαν τό πρόσωπό τους καί ἔδειχναν τά κομμένα τους μέλη.
    Ἀκόμα καί στό καταμεσήμερο τριγυρνοῦσαν μεθυσμένοι πού ἔκαναν φασαρία , ξέσπαγαν σέ θορυβώδη γέλια, βλαστημοῦσαν ἤ βόγγαγαν ἐνῷ οἱ ὀδηγοί τῶν λεωφορείων τούς ἔβριζαν καί προσπαθοῦσαν νά τούς ἐμποδίσουν νά μποῦν στά ἁμάξια τους. Ἕνα σωρό γυναῖκες κυκλοφοροῦσαν μισόγυμνες καπνίζοντας . Τρίβανε τήν πλάτη τους στούς τοίχους σά νά θέλανε νά μαζέψουν τή ζέστα τοῦ ἥλιου ἤ τραβοῦσαν κάποιους ἀπ’αὐτούς πού περίμεναν στίς στάσεις ἐπίμονα ἀπό τό μπράτσο.Ἀνάμεσά τους τρυπώνανε μικρές ὁμάδες παιδιῶν· ἄλλα πουλοῦσαν μικροπράγματα κι ἄλλα περιφέρονταν ἔτσι χωρίς προορισμό μονάχα τους, μ’ ἀγριεμένα βλέμματα , φανερά πεινασμένα .
    Ἦταν ἕνα δρόμος πού σοῦ ἔσφιγγε τήν καρδιά, ἴσως γιατί δέν ὑπῆρχε τίποτα πού νά κρύβει τό γεγονός πώς ἐκεῖ παζαρευόταν ἡ ζωή διαρκῶς, μιά μικρή , μίζερη καί φοβισμένη ζωή. Ἀκόμα κι ἄν κανείς δέν ἔλεγε τίποτα , ὑψωνόταν μιά μουγγή κι ἐντούτοις εὔγλωττη ἀπειλή : «πρόσεξε μήν καταντήσεις ἔτσι !» .
    Ἀλλά τί εἶχαν κάνει αὐτοί πού εἶχαν καταντήσει «ἔτσι» καί μέ ποιό τρόπο μποροῦσε κανείς νά ἀποτρέψει μιά παρόμοια μέ τή δική τους κατάντια ; Ἔφταιγαν πού ἦσαν τόσο μόνοι, τόσο φτωχοί καί τόσο ἀπελπισμένοι; Ἔφταιγαν γιατί ἦσαν ἀπό- κληροι καί φέρονταν στόν δρόμο σάν νά ἦταν τό σπίτι τους ;
    clochard.jpg
    Μπορεῖ ὅσοι πέρναγαν ἤ ὄσοι ἐργάζονταν ἐκεί νά ὀργίζονταν μαζί τους , ἀλλά τά ἐξαθλιωμένα πλάσματα γνώριζαν καλά τό δρόμο ὅπως κι ὅλη τήν περιοχή ἐκεῖ γύρω. Τήν εἶχαν χνωτίσει μέρα νύχτα , τά ἄγρια καί παγωμένα ξημερώματα , τίς ὧρες πού ἔμοιαζε νά ἔχει σταματήσει γιά πάντα ἡ ζωή καί ἡ σιωπή μεταβαλόταν σέ ἐρήμωση .
    Κάθησαν κοντά στήν κουζίνα « ἐδῶ εἶναι πιό ζεστά » εἶπε ὁ σερβιτόρος « τί θά πάρετε; » Ἡ γυναίκα πού εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση ξαφνικά « ἔλα νά μποῦμε, νά σοῦ πάρω νά φᾶς » καί τράβηξε τό παιδί στά σκαλιά βιαστικά , σάν ἀπό φόβο μήπως τό ξανασκεφτεῖ καί δέν τολμήσει, παράγγειλε :
    _ Μιά μερίδα ψητό μέ πατάτες φούρνου .
    _ Τίποτ’ ἄλλο ; ρώτησε ὁ σερβιτόρος. Καμιά σαλάτα; Κρασάκι ; Μπυρίτσα;
    _ Τίποτ’ ἄλλο, ἀπάντησε ἡ γυναίκα. Μόνο δυό ποτήρια νερό.
    Ὁ σερβιτόρος ἔφερε μιά καράφα νερό, δυό ποτήρια , ἕνα καλαθάκι μέ δυό φέτες ψωμί. Γρήγορα ἔφερε καί τό πιάτο μέ τό ψητό.
    _ Ὡραία μυρίζει ,εἶπε ἡ γυνάικα Φά ‘το τώρα πού εἶναι ζεστό !
    Ἤπιε ἕνα ποτήρι νερό, τσιμπολόγησε τό ψωμί κι ἔβλεπε μ’ ἕνα ἱκανοποιημένο χαμόγελο τό παιδί πού ἔτρωγε.
    _ Νά δοκιμάσω τήν ἄκρη μιᾶς πατάτας;
    _ Πάρε, εἶπε τό παιδί στεναχωρημένο κι ἔσπρωξε πρός τό μέρος της τό πιάτο. Τό εἶχε καταλάβει πώς κι αὐτή πεινοῦσε.
    Ὁ σερβιτόρος τούς κοίταζε σκεφτικός , ἀναστέναξε.
    _ Ὄχι, μόνο μιά ἀκρούλα , εἶπε ἡ γυναίκα, χωρίς νά χάσει τό χαμόγελό της. Μμμ… πολύ νόστιμο ! Μήν ἀφήσεις τίποτα, φά’το ὅλο ! Μήπως θέλεις νά παραγγείλω μιά μερίδα ἀκόμα;
    _ Ὄχι, εἶπε τό παιδί τρομοκρατημένο, ἄν καί θά ἤθελε νά μποροῦσε νά πεῖ ναί, ἕνα μεγάλο , ὁλοστρόγγυλο, εὐτυχισμένο « Ναί » σάν τό λευκό πιάτο μέ μιάν ἀκόμη μερίδα « ψητό λεμονάτο ».
    Δέν πεινοῦσε , ἀλλά θά μπορούσανε νά τό μοιραστοῦνε , κι αὐτή δέν θά ἔπινε ξανά καί ξανά νερό ὑποκρινόμενη πώς διψάει ἐνῷ πείναγε καί λαχταροῦσε ἕνα τόσο νόστιμο φαγάκι.
    Ἀπό τό δρόμο κατρακυλοῦσε τά σκαλιά τοῦ μαγέρικου ἕνα Φῶς σά νά εἶχαν ἀνάψει τά κεριά τῆς Ἀναστάσεως ἐκεῖ ἔξω. Τά χιλιάδες λευκά κεριά τῆς Ἀναστάσεως πού τά κρατοῦσαν λαμπροφορεμένοι οἱ κουρελῆδες κι οἱ ἀνάπηροι. Δέν ἦσαν οὔτε κουρελῆδες οὔτε ἀνάπηροι, οὔτε μαστουρωμένοι, οὔτε μέθυσοι, οὔτε πόρνες , οὔτε ἀλῆτες , οὔτε ἐξαθλιωμένοι ἀλλόγλωσσοι οὔτε ξένοι . Ἦσαν χιλιάδες φλόγες μέσα στό Φῶς πού οἱ κρουνοί του ξεπηδάγανε ἀπό τήν ἄσφαλτο , τούς τοίχους , τά στέγαστρα τῶν λεωφορείων καί κάθε τι γνωστό, συνηθισμένο καί καθημερινό.
    Ὅλο αὐτό τό Φῶς ἔλουζε τή γυναῖκα πού κοίταζε μέ λατρεία τό παιδί χαμογελώντας ἐνῷ τοῦ ἐπαναλάμβανε:
    _ Εἶσαι ἐντάξει; Χόρτασες ; Σίγουρα χόρτασες;

    της Νατάσας Κεσμέτη

    Νέο βιβλίο από τη Νατάσα Κεσμέτη : ¨Νησί από ελαφρόπετρα¨

    Σχολιάστε

    Filed under Πολιτισμός, Υμηττός

    Νατάσα Κεσμέτη

    Νατάσα Κεσμέτη

     

     

    Πρόσωπα μέσα στο Παρόν του Χριστού
    .

    Το «χους εσμέν και εις χουν απελευσόμεθα»
    έχει για περιεχόμενο όλο τον αρμαθό των προσκαίρων
    ματαιοτήτων μας, αυτό που θα σπαρεί για να φθαρεί,
    και ν’ ανθίσει απ’ αυτό η μεγάλη Μεταλλαγή μας.
    Όπου ην Κήπος.
    Τ.Κ. Παπατσώνης

    ΑΠΟ την ώρα που διάβασα την πρόσκληση του «Ακρίτα», ένας αρμαθός προσώπων, που ήδη εσπάρησαν, άρχισε να μ’ απασχολεί. Κάποια από αυτά τα πρόσωπα, είναι αλήθεια, έρχονται και επανέρχονται στην ορατή περιοχή της προσοχής μου χρόνια τώρα.
    Το πρώτο είναι η δευτερότοκη, από τα δώδεκα παιδιά του εκ μητρός Καππαδόκη παππού μου, Άννα. Η θεία μου λάτρευε τους γονείς της, μ’ έναν τρόπο σχεδόν άγνωστο για σήμερα: ήσαν τα υπέροχα πρότυπά της, οι άξονες και οι φάροι της στη ζωή. Γεννημένη από αυτούς στο τουρκόφωνο Νέβσεχιρ Καισαρείας, τουρκόφωνη κι η ίδια, γνώριζε καλά μόνο τα Ελληνικά της Λειτουργίας, των Ακολουθιών, των Ψαλμών κ.λπ. Πέθανε από καρκίνο του στομάχου, το 1964 στην Αθήνα. Δεν ήταν μόνο η άκρα υπομονή με την οποία αντιμετώπισε κι αυτό το «κακό», όπως και τόσα άλλα στη ζωή της ούτε μόνο το απίστευτο θάρρος της. Για να γίνει αντιληπτό αυτό το θάρρος, πρέπει να δώσω ένα παράδειγμα: μετά την εγχείρηση (κατά την οποία διαπιστώθηκε απλά ότι ο όγκος ήταν τόσο μεγάλος, ώστε τίποτα δεν μπορούσε να γίνει, για λόγους που δεν είναι του παρόντος να εξηγήσω, η τομή παρέμεινε ανοιχτή)· καθώς κάποια στιγμή κανείς δεν έτρεχε σε βοήθειά της, βρήκε το κουράγιο να ξαναβάλει μέσα, μόνη της, τον όγκο που είχε βγεί από την πληγή της. Δεν ξέρω αν τότε συνειδητοποίησε ότι πεθαίνει, πάντως λίγο αργότερα άρχισε να ψάλλει τη νεκρώσιμη ακολουθία,που γνώριζε απ’ έξω, να κηδεύει, δηλαδή, τον εαυτό της -ζητώντας κι από τις αδελφές της να κάνουν το ίδιο. Ακόμα, πριν το τέλος της έδωσε αληθινή μάχη, ακουστή αν όχι ορατή και από τους παρισταμένους συγγενείς: με αποστροφή έδιωχνε κάποιους «μαύρους αγγέλους» που την πλησίαζαν, όπως έλεγε, και με αγαλλίαση, εκστατικά προσκαλούσε να έρθουν πιο κοντά της «άλλοι, λευκοί», μαζί και οι γονείς της.Έτσι κοιμήθηκε η Άννα Σαβαΐδου, το γένος Ωραιοπούλου.
    Το δεύτερο πρόσωπο είναι ο παπά Νικόλας που με βάφτισε. Ήταν πολύτεκνος, σχεδόν αγράμματος, πάντως ολιγογράμματος, φτωχός και με τη φήμη του λαίμαργου. Ίσως όμως είχε περάσει μεγάλη πείνα, αφού έθαψε κάποια απ’ τα πολλά παιδιά του, όταν, αντί για αλεύρι, τους πούλησαν γύψο στον πόλεμο. Έψαλλε πολύ άσχημα και είχε τόσο κακήν άρθρωση που δύσκολα καταλάβαινες τι έλεγε.
    Σ’ αυτόν με πρωτοπήγανε για εξομολόγηση. Είχα μεγάλη αγωνία, γιατί ο τρόπος που μιλούσανε για το γεγονός και επαναλάμβαναν «μην τολμήσω και δεν πω την αλήθεια ή κρύψω τίποτα» ήταν από μόνος του απειλή τιμωριών. Τι ωραία έκπληξη που με περίμενε. Θυμάμαι ακόμα το χέρι του στο κεφάλι μου, ζεστό και τρυφερό. Ήξερε από παιδιά.
    Το πρόσωπό του είχε κάτι το αστείο, και παρόλο που ήταν σοβαρός… ήταν σαν να γελούσε ταυτόχρονα.Τώρα θυμάμαι με τι σεβασμό κάναμε στην άκρη τα παιδιά, όταν σιωπηλά περνούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, απ’ το χωματόδρομό μας, για να πάει να κοινωνήσει κάποιον άρρωστο.Υπάρχει μια ιταλική παροιμία που λέει: «Αγράμματος, σαν Έλληνας παπάς».
    Ο παπά-Νικόλας Κουλουριώτης , χωρίς να πει τίποτα, μου έδωσε, ωστόσο, την πρώτη ζωντανή αίσθηση ελευθερίας και συγχώρεσης, με μια φαιδρή και ιλαρυντική κατανόηση. Πως να: Ο Θεός δεν κάθεται να ψειρίζει «λάθη κι όλο λάθη κι άλλα ασυγχώρητα λάθη» σα μαγκούφα δασκάλα, μα είναι με το …μέρος των Παιδιών!
    Το τρίτο πρόσωπο, ο κ. Μιχάλης Πιτυλάκης, δεν ήταν αυτό που συνηθίζουμε να λέμε «άνθρωπος της εκκλησίας». Σήκωνε βαρύτατες τσάντες με τα εμπορεύματά του, σ’ όλη του τη ζωή, κι ανεβοκατέβαινε μ’ αυτές πολυκατοικίες και μέγαρα. Ωστόσο, καθόλου δεν του ταίριαζε να τον πεις «υπαίθριο μικροπωλητή», ούτε και το «εμπορικός αντιπρόσωπος» του πήγαινε -ίσως γιατί δεν χωρούσε κάτω από μιαν ετικέττα, παρά που ο ίδιος χαιρόταν και καμάρωνε πραγματικά με την εργασία του. Αλλά και με τι δεν χαιρόταν; Σελίδες δεν θά ‘φταναν γι αυτόν τον άνθρωπο των αρχών και των ξεκαθαρισμένων αξιών που μόνος του είχε αποφασίσει για τη ζωή του, καθώς πεντάρφανος από τριώ χρονώ, και που τις ακολουθούσε με τη συνέπεια, την πειθαρχία και την αξιοπρέπεια ευγενούς ανδρός.
    Στον Πειραιά όπου κυρίως εργαζόταν, ευφυώς τον αποκαλούσαν: Ο Περιπατητής Φιλόσοφος! Αυτό κυρίως ήταν! Στα χείλη του είχε λόγο σοφίας, λόγο συνέσεως και, ως Απειράνθιος, εκείνο το χιούμορ και την εκφραστική δεινότητα που μπορεί να αποδείξει μωρούς, ασόφους και αφθόγγους πολλούς πολυφθόγγους ρήτορας.Είχε ενθουσιασμό για τη ζωή και την ομορφιά, ιδίως την αποτυπωμένη στις γυναίκες. Τα παιδιά του έλεγαν πως ο Θεός του επέτρεψε ακόμα και με το θάνατό του, να τις τιμήσει… αφού κοιμήθηκε, ενενηκοντούτης, μια Κυριακή των Μυροφόρων.Όταν αποσύρθηκε από τη δουλειά του, επιφύλαξε για τον εαυτό του ένα νέο , ασύνηθες , έργο: έγινε Ευχοδότης. Τουτέστιν, με πρόγραμμα και τάξη επικοινωνούσε τηλεφωνικά μ’ ένα μεγάλο αριθμό ανθρώπων, για να τους δώσει έναν ευφρόσυνα αισιόδοξο λόγο μαζί με την αγαπημένη του ευχή: «Σας εύχομαι, οικογενειακώς υγεία, χαρά και αγάπη»!Ήμουν παρούσα όταν πλησίαζε να τελευτήσει, Τα μάτια του, ωσάν νηπίου, ήσαν ολοκάθαρα και γαλήνια. Έφυγε με μιαν αναπνοούλα.Αν έλεγα πως οι τρεις αυτοί άνθρωποι εκπροσωπούν στη συνείδησή μου τρεις πλευρές ή εκδηλώσεις του Θεανδρικού Προσώπου του Χριστού, θα ήταν μια μεγάλη και ίσως ασυγχώρητη υπερβολή. Μπορώ όμως να το θέσω αλλιώς:Δεν ήσαν ούτε κάλπικοι άνθρωποι ούτε κάλπικοι χριστιανοί. Κι αν ο Χριστός φανερώνεται στο Παρόν μας και στο Παρόν του Άλλου, τότε για μένα, υπήρχε μέσα τους κάτι από αυτήν την Παροντικότητα του Χριστού. Αυτήν που στην ντοστογιέβσκική ζυγαριά βαραίνει περισσότερο κι απ’ την Αλήθεια. Ίσως γιατί… είναι η ζώσα αλήθεια.Αγαπημένος Γέροντας μου είπε κάποτε να θυμάμαι να ρωτάω συχνά «τι είναι για μένα ο Χριστός». Μέσα στα χρόνια παρατήρησα πως οι απαντήσεις όχι μόνο παρουσιάζουν ποικιλία αλλά πηγάζουν, κάθε φορά, κι από διαφορετικό βάθος του εαυτού μου …
    ——————————————————
    Όταν διάβασα το παραπάνω κείμενο ( απόσπασμα) της Νατάσας Κεσμέτη μέσα από μια ιστοσελίδα ένιωσα να ξαναβλέπω ζωντανό και χαμογελαστό μπροστά μου τον παπα Νικόλα Κουλουριώτη που στο μυαλό μου το ήρεμο πρόσωπό του από μικρό παιδί το είχα ταυτίσει με την εικόνα της αγιοσύνης και που δεν έμοιαζε καθόλου με τα αυστηρά πρόσωπα ¨αγίων¨ που με απωθούσαν όπως ήταν αποτυπωμένα στις αγιογραφίες.
    Ίσως ήταν ο μόνος ιερωμένος που μου προκαλούσε το σεβασμό θες ήταν η μορφή του , το μειλίχιο του χαρακτήρα του , το καλοσυνάτο όχι προσποιητό χαμόγελό του , δεν ξέρω αλλά ήταν ο μόνος παπάς που στα 52 μου χρόνια έχω φιλήσει το χέρι του παρ΄ ότι αυτός δεν με άφηνε και με φιλούσε στα μάγουλα όταν τον συναντούσα στο δρόμο. Και μένα όπως και τη Νατάσα Κεσμέτη αυτός με βάπτισε.
    Η Νατάσα Κεσμέτη είναι γειτόνισσά μου στον Υμηττό, η οικογένειά της γνωστή της δικής μου , έχει ένα πρόσωπο που αναδύει χαρά και μάτια που χαμογελούν , γεννήθηκε στην Αθήνα το 1947. Σπούδασε Πολιτικές και Οικονομικές Επιστήμες στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Αγγλική Φιλολογία στο Pierce College. Δίδαξε για μια 20ετία Αγγλική γλώσσα.
    Έργα της: Ποίηση: Αχ να ΄μουν ρημαγμένος καφενές (1974). Πεζά: Τα εφτά της Αρκτου (1972), Το αιώνιο ρολόι (1987), Κήπος περίφρακτος (1992), Η Βίργκω της ερημιάς και τα κρυφά κελαϊδόνια (1996). Μετέφρασε από τα αγγλικά Σέλλεϋ, Τζον Νταν, Κολντγουελ κ.α.
    Τίτλοι στη βάση ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ:
  • (2005) Μικρό ωρολόγιο , Ευθύνη
  • (2005) Ο εραστής μου ο Ερρίκος , Αλεξάνδρεια
  • (2004) Ακροατής οριζόντων , Γαβριηλίδης
  • (2000) Αίσθηση γυναίκας , Καστανιώτη
  • (1999) Μαγεμένο χώμα , Κέδρος
  • (1999) Ο αντρειωμένος Ευστάθιος και το ελάφι του Θεού , Ακρίτας, [διασκευή]
  • (1996) Η Βίργκω της ερημιάς και τα κρυφά κελαϊδόνια , Νεφέλη
  • (1992) Κήπος περίφρακτος , Πλανόδιον
  • (1987) Το αιώνιο ρολόι , Νεφέλη
  • .
  • 5 Σχόλια

    Filed under Μου ΄ρθε, Πολιτισμός, Υμηττός