Monthly Archives: Ιουνίου 2008

Περασμένα χρόνια

Πολλοί – πολλές από εμάς κοιτάμε συνομήλικούς μας και σκεφτόμαστε :

«Μα δεν μπορεί να’ ναι τόσο μεγάλος ! «

Αν σας έτυχε ποτέ, τότε θα εκτιμήσετε δεόντως το παρακάτω συμβάν :

Λέγομαι Σουμέλα Ευμορφίδου και περίμενα στον προθάλαμο του οδοντίατρου που πρόσφατα μου είχαν συστήσει.

βγαζοδόντηςΠρόσεξα το πτυχίο του, στην γωνιά του τοίχου, στο οποίο αναγράφονταν το πλήρες όνομά του, κλπ.

Ξαφνικά θυμήθηκα το ψηλό, καστανό, καλοφτιαγμένο παλικάρι με το ίδιο ονοματεπώνυμο, που είχα συμμαθητή στο γυμνάσιο – κάπου 40 χρόνια πίσω (και που για ένα φεγγάρι μάσαγα τα σίδερα για χάρη του )

Μπορεί να έχει σχέση μ’ αυτόν εδώ τον τύπο ; «Μπα, αποκλείεται » , σκέφτηκα, άμα τον είδα. Τούτος εδώ ο μισοφαλακρός, ο κοιλαράς, μέσα στην ρυτίδα, παραήτανε γέρος για να ήτανε ο πρώην συμμαθητής μου…

Αφού μου εξέτασε τα δόντια, τον ρώτησα εάν είχε φοιτήσει, παρ’ ελπίδα, στο γυμνάσιο των Ιωαννίνων.

– «Άκου τώρα ! Ασφαλώς , και ήμουνα και σημαιοφόρος κάθε χρόνο » , μου είπε με περισσό καμάρι.

– Πότε αποφοιτήσατε ; τον ρώτησα

– Το 1962 μου απάντησε – Γιατί με ρωτάτε ;

– Γιατί ήσασταν στη τάξη μου !!!!

Με κοίταξε προσεκτικά και όλο και πιο κοντά και κατόπιν, αυτός ο κακομούτσουνος βρωμόγερος, ο φαλάκρας, κοιλαράς, σταφιδιασμένος καραηλίθιος, με ρώτησε :

– Τι μάθημα διδάσκατε ;;;; ……..

Advertisements

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Περασμένα χρόνια

Filed under Χαμογελάτε;

ΦΟΒΙΣΜΕΝΗ ΜΑΤΙΑ

Άκουσα αυτή τη φράση σ’ ένα δελτίο ειδήσεων και μου έκανε απίστευτη εντύπωση, όχι για το θέμα που ειπώθηκε, άλλωστε μου έκανε τέτοια εντύπωση, που ούτε καν εκείνη την ώρα μπορούσα να παρακολουθήσω οτιδήποτε.
Το μυαλό μου «έφυγε», ήταν σαν μέσα σε μια στιγμή, να βρήκα λέξεις για να περιγράψω τόσα συναισθήματα, που τα είχα και δεν ήξερα πώς να τα «ονομάσω».
Έχετε δει τους ανθρώπους γύρω σας, τα τελευταία χρόνια; Δεν χαμογελάνε, δεν μιλάνε, δεν ακουμπάει η ματιά τους επάνω μας, μας προσπερνάει, σαν να είμαστε χωρίς ύλη κι αν τύχει να διασταυρωθεί η ματιά μας, έτσι που να μην γίνεται να την αποφύγει, τραβιέται γρήγορα, επιταχύνει το βήμα και βιάζεται να απομακρυνθεί, μήπως και χρειαστεί να πει μια κουβέντα, μήπως και αναγκαστεί να μιλήσει.
Δεν θέλει επαφές με αγνώστους. Αλλά από πότε ο συνάνθρωπος, ο συνεπιβάτης, ο συγκάτοικος, προκαλεί φόβο;
Από πότε η καλημέρα έγινε επικίνδυνη λέξη;
Από πότε το να ανταλλάξεις μια κουβέντα με τον διπλανό σου, εγκυμονεί κινδύνους;
Από πότε γίναμε έτσι;
Ναι εντάξει, η εγκληματικότητα ντόπια και εισαγόμενη και το τρέξιμο της καθημερινότητας που μας έχει τσακίσει και δεν μας αφήνει καιρό για γνωριμίες με τους γύρω μας, άρα μας κάνει να τους θεωρούμε εκ προοιμίου «κακούς», μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου.
Παλιά, ίσχυε ακριβώς το αντίθετο, όλοι ήταν καλοί, μέχρι να αποδειχτεί κάτι διαφορετικό και πάλι όμως, υπήρχε η δεύτερη ευκαιρία.
Αλλά, άλλοι καιροί θα μου πείτε, τότε ο άνθρωπος είχε καιρό να ασχολείται με τον άνθρωπο και όχι με τις πράξεις που αυτός έκανε εκ των υστέρων…
Δεν μ’ αρέσει αυτό που προσπαθούν να με κάνουν, δεν μ’ αρέσει να ζω έτσι. Θέλω να μπορώ να νοιώθω ελεύθερη.
Μόνο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι, ψάχνουν ευκαιρία για να πιάσουν κουβέντα, έχουν ζήσει σε άλλη εποχή και θυμούνται ότι δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα. Δεν ξέρω αν είναι η συνήθεια που τους κάνει να εξακολουθούν να το κάνουν, ή η μοναξιά που νοιώθουν πια σε μια εποχή που όλοι τρέχουν και αυτοί απλά ακολουθούν.
Όμως τους ζηλεύω, που μπόρεσαν ή πρόλαβαν να ζήσουν αυτές τις χαρές, της ανθρώπινης επικοινωνίας, που έζησαν σ’ εποχή με ορίζοντα και μέσα τους και έξω τους.
Εμείς το μόνο που κάνουμε, είναι να τρέχουμε, για να προλάβουμε υποχρεώσεις, που όσες δεν είναι επιβεβλημένες, είναι δημιουργημένες από μας, για να μπορούμε να έχουμε μια καλύτερη ζωή από ανέσεις υλικών αγαθών, αλλά που θα είναι άδεια από ανθρώπους, που θα μας δώσουν την χαρά να τα απολαύσουμε μαζί.
Ακόμη και πολλές από τις παρέες, είναι παρέες κατά συνθήκη, δεν έχουν αλήθεια, τις κάνουμε ελλείψει άλλων ή για να έχουμε κάποιους, στους οποίους θα μπορούμε να δείχνουμε τα αποκτήματά μας και να αναλύουμε τις απόψεις μας. Δεν είναι παρέες και φιλίες ζωής, δεν υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον, δεν υπάρχει αυτό το κάτι, που δημιουργεί τις σχέσεις ζωής.
Ακούγεται πολύ εύκολα το « θα έκανα τα πάντα για να βοηθήσω», αλλά όταν ρωτάς τι σημαίνει αυτό το «τα πάντα» δύσκολα μπορούν να το εξηγήσουν.
Τα λόγια περισσεύουν και οι πράξεις έχουν γίνει φειδωλές.
Πολλά είναι αυτά για τα οποία μπορώ να κατηγορήσω την σημερινή εποχή, αλλά το ότι προσπαθεί να μου πάρει το χαμόγελο και να με κάνει ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, θεωρώ ότι είναι το χειρότερο όλων.
Ποτέ τίποτε δεν άλλαξε από φοβισμένους ανθρώπους, ο κόσμος αλλάζει μόνο από ανθρώπους που έχουν έχουν την δύναμη να πάνε κόντρα στο ρεύμα των πολλών που τους θέλει έτσι κι ελπίζω να μην δώσουμε την δυνατότητα σε κανέναν να καταφέρει να μας πάρει την χαρά της ανθρώπινης επικοινωνίας, τη χαρά να είμαστε άνθρωποι και να το δείχνουμε.

της Χαράς

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΦΟΒΙΣΜΕΝΗ ΜΑΤΙΑ

Filed under Χωρίς κατηγορία

Δεν μας αξίζει…

Είναι καιρός τώρα που νοιώθω μια απογοήτευση και μια παραίτηση, ένα κενό…
Νοιώθω πως ότι και αν κάνω δεν έχει νόημα, αφού άλλοι αποφασίζουν. Ότι και αν κάνω, όσο καλά και αν το κάνω, κάποιος άλλος προφανώς το έχει κάνει καλύτερα, αφού τον βρίσκω ένα βήμα πιο μπροστά …
Βρε λες… ;
Ένα κενό με κυνηγάει και είναι και καλοκαίρι και που όρεξη για τρέξιμο.
Νοιώθω ορφανή.
Ορφανή από κράτος…
Από την μία δεν το συναντάω πουθενά και από την άλλη το βρίσκω συνεχώς μπροστά μου.
Αντιφατικό;
Μπα…
Για σκεφτείτε το ! ! !
Θέλω να κάνω κάτι και η πρώτη αντίδραση είναι αυτό ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ! ! !
Γιατί καλέ μου;
Δεν το προβλέπει ο νόμος ! ! !
Και ο νόμος λειτουργεί μόνο για μένα; Γιατί όλοι οι υπόλοιποι το έχουν κάνει…
Θέλω να βγάλω ένα «χαρτί», αλλά μου ζητάνε άλλα τριακόσια, για να μου δώσουν το ένα που ζήτησα εγώ.
Τολμάω να ψελλίσω, μα έδωσα τα ίδια έγγραφα και στον συνάδελφό σας, στο τάδε τμήμα.
-Ε και; Εκεί είναι άλλο τμήμα.
Μα τι στο καλό, συλλογή τους αρέσει να κάνουν, μ’ αυτή την χαρτούρα ή τα χρησιμοποιούν για προσάναμμα στα τζάκια τους τον χειμώνα; Γιατί έτσι και ξαναπάς και χρειαστεί να επικαλεστείς το ίδιο χαρτί, ποτέ δεν το βρίσκουν ή έλα μωρέ που να ψάχνουμε εμείς, ανάμεσα στην χαρτούρα, φέρτο εσύ ξανά.
Και τότε γιατί το μαζεύεις καλέ μου;
Αααα ναι ξέχασα, έχουν εκσυγχρονιστεί πια, έχουν υπολογιστές.
Ναι μόνο ας τους δείξει κάποιος και πως δουλεύουν, όταν φυσικά έχει σύστημα η υπηρεσία, όπως επίσης και το «ρε μ@λ@κ@ πάλι δεν δουλεύει το ρημάδι» δεν ενδείκνυται ως αιτία αγανάκτησης, όταν ο διακόπτης είναι στο off.
Η διάθεσή μου, συνήθως καλή και όχι μόνο, συνήθως και καλοπροαίρετη.
Αλλά…
Όταν αυτός που πρέπει να με εξυπηρετήσει, δεν έχει κοιμηθεί καλά το βράδυ, δεν τα βρήκε με την γυναίκα του, συνάντησε κίνηση μέχρι να έρθει στην δουλειά του, δεν του πέτυχε τον καφέ ο καφετζής και αργεί να πάρει μπροστά τις πρωινές ώρες, αλλά το καταραμένο ωράριο τον υποχρεώνει να είναι στην υπηρεσία του στις 7:30 κι εγώ έχω την ατυχία να θέλω να πάω πρωί, για να τελειώνω…
Όταν η κυρία, θέλει με το που πάει στο γραφείο της, να μιλήσει με την μανούλα και την αδερφή της, γιατί μένουμε μακριά και «με το τρέξιμο, δεν προλαβαίνουμε να βρεθούμε, με καταλαβαίνεται, έτσι δεν είναι… ;»
Όταν η πιτσιρίκα ( που δεν θα κρίνω το πώς κατέλαβε –στην κυριολεξία- την θέση ), θέλει να βγάλει τ’ απωθημένα της, επειδή στο σχολείο δεν την παίζανε, γιατί ήτανε σπασικλάκι….
Όταν «εδώ είναι ο συνάδελφος, απλά έχει πεταχτεί σε μια δουλίτσα», η οποία κρατάει ώωωωωρες….
Όταν μου μιλάει λες και κάνουμε παρέα από το νηπιαγωγείο…
Όταν είναι βραδύνους και στο μυαλό και στην εξυπηρέτηση….
Όταν είναι ανάγωγος και θεωρεί πως η θέση του, του δίνει το δικαίωμα να ίπταται της πραγματικότητας και των υποχρεώσεών του…
Εεεεεκεί χαλάει η συνταγή.
Όταν ως πολίτης έχω μόνο υποχρεώσεις και σπάνια δικαιώματα, όταν προσπαθούν με δημιουργική λογιστική μα με πείσουν πως ένα κι ένα ΔΕΝ κάνει δύο, αλλά όσο τους βολεύει.
Όταν μου λένε ότι δουλεύουν για τα δικαιώματά μου, αλλά εγώ έχω μόνο υποχρεώσεις, αδυνατώ να τους παρακολουθήσω.
Όταν ξέρω ότι οι ώρες εργασίας μου είναι σαράντα, αλλά δουλεύω το λιγότερο εξήντα – εβδομήντα, χωρίς εννοείται πρόσθετη αμοιβή και με αριστερό αφεντικό, μια σύγχυση την νοιώθω.
Όταν μου λένε, ότι μου αυξάνουν τις εισφορές μου και τα όρια συνταξιοδότησης και είναι για το καλό μου, αλλά όταν ( ! ! ! ) θα φτάσω στην ηλικία της σύνταξης τα ταμεία θα είναι άδεια, μια απορία μου μένει στο βλέμμα.
Όταν όποια πέτρα και αν σηκώσω, από κάτι που βρομάει, θα βρω κι έναν πολιτικό από κάτω, όταν οι πολιτικοί κάνουν παρέα με τους επιχειρηματίες, όταν τηλεγραφικοί νόμοι βολεύουν ημέτερους, όταν ο υπουργός απασχόλησης έχει ανασφάλιστους εργαζόμενους στο σπίτι του, όταν ο υπουργός ΠΕΧΟΔΕ έχει το μισό του σπίτι παράνομο και μένουν ατιμώρητοι, όταν οι σύζυγοι, από νηπιαγωγοί, γίνονται διδάκτορες ιατρικής, πριν ακόμη πάρουν το ίδιο το πτυχίο, όταν οι προηγούμενοι κατηγορούν νόμους, που οι ίδιοι είχαν δρομολογήσει, όταν μου λένε ότι το ξεπούλημα της χώρας μου, είναι για το καλό μου, όταν οι αυξήσεις γίνονται για το καλό μου, όταν μου τάζουν παραδείσους από τα μπαλκόνια και ο μόνος παράδεισος είναι ο δικός τους…………
Νοιώθω αηδία, πνίγομαι και θυμώνω.
Θυμώνω, όχι μ’ αυτούς, αλλά μ’ εμένα. Μ’ εμένα, που μ’ έχουν καταντήσει ένα πρόβατο που δεν αντιδρά κι ενώ ξέρει, δεν κάνει κάτι, απλά υπομένει.
Τέλειωσε όμως η υπομονή μου, άδειασα, πως το λένε…
Κι αφού «δεν μπορώ» να κάνω κάτι εδώ, έχω τάσεις φυγής. Θέλω να φύγω, από μια χώρα που λατρεύω, αλλά κάθε μέρα την εξευτελίζουν όλο και περισσότερο και να πάω κάπου αλλού, που το κράτος σέβεται τον πολίτη του και δεν τον βλέπει μόνο σαν φορολογική μηχανή, κάπου που θα με σέβονται και δεν θα υποτιμούν την νοημοσύνη μου.
Πουθενά δεν είναι τέλεια και τους παραδείσους, δεν μας τους χαρίζει κανείς, μόνοι φτιάχνουμε και τον παράδεισο και την φυλακή μας, μέχρι ενός σημείου όμως.
Εδώ, έχουν χάσει κάθε μέτρο πια και ο μόνος τρόπος να μην μισήσω την πατρίδα, που αυτοί θέλουν να μου δώσουν, είναι η φυγή και η επιστροφή μόνο κάθε καλοκαίρι, για να μου χρεώνουν κι εκεί τις τριτοκοσμικές υπηρεσίες, σαν απολαύσεις πέντε αστέρων …
Αλλά από την άλλη, από πού να με διώξουν, από την δική μου χώρα, που προσπαθούν να κάνουν τσιφλίκι τους;
Και θα τους αφήσω;
Θα τους αφήσουμε;
Μια ομάδα αμοραλιστών, να μας πάρει τα όνειρα;
Άδικο δεν είναι ; όταν νοιώθω ότι αυτοί που υποτίθεται ότι με προστατεύουν, με δουλεύουν κατάφορα, όλοι όμως;
Δεν θεωρώ ότι μου αξίζει, αυτή η αντιμετώπιση, αυτό το κράτος, αυτή η πατρίδα.
της Χαράς

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Δεν μας αξίζει…

Filed under Για κλάματα

Και τώρα μπάλα

Λευτεριά στον αυνανιζόμενο λαό (σύνθημα τοίχου).

Και τώρα μπάλα. Ξεχάστε όλα τ’ άλλα.

Το πανηγύρι του ποδοσφαίρου άρχισε.
Ένα παιχνίδι που επιβάλλει και δικαιώνει την συνεργασία, αλλά και την άμιλλα (όχι τον ανταγωνισμό) μεταξύ των παικτών της ομάδας. Παιχνίδι τίμιο, αλλά και με σπαρτιατική ανοχή στο μικροπταίσμα, που δεν γίνεται αντιληπτό. Παιχνίδι δίκαιο, που τιμωρεί άμεσα τη βρωμιά (foul), που δεν ανέχεται την πουστιά (off side), που επιβάλλει τη θανατική ποινή (penalty) σε όλη την ομάδα για απαράδεκτη συμπεριφορά ενός παίκτη, αλλά δίνει και την αμυδρή πιθανότητα της ακύρωσής της, στον μοναδικό υπερασπιστή της ομάδας.
Παιχνίδι όμως, που οι παράγοντες, οι «παράγκες» και οι τυφλωμένοι οπαδοί (όχι φίλαθλοι) το κατάντησαν χρηματιστήριο παικτών, φωλιά φανατισμού και αλλοφροσύνης, ξέσπασμα αγρίων ενστίκτων.
Το πανηγύρι του ποδοσφαίρου άρχισε.
Ο διαιτητής σφύριξε την έναρξη του αγώνα και της λήθης των προβλημάτων. Μια η προσδοκία τώρα: να νικήσει η Εθνική. Και να μπούμε όλοι μαζί σ’ εκείνο το αντίσκηνο του Σάββα, καταμεσής της πλατείας, τρελαμένοι χαρούμενα.
Κι ο Νικολά, μας τόνωσε το ηθικό. Ελλάς Γαλλία Συμμαχία. Ένας φιλέλληνας ανάμεσα στους «Έλληνες», ελληναράδες:
Που καίνε τα δάση για να χτίσουν πάνω στα καμένα πνευμόνια των παιδιών τους το αυθαίρετο. Που χτίζουν τη θάλασσα μαζί με τις ψυχές τους.
Που ρουσφέτι καρτερώντας «ρουσφετατζήδες» πολιτικούς ψηφίζουν κι ύστερα διαμαρτύρονται για τα χάλια της πολιτικής.
Που έχοντας χάσει κάθε τσίπα ξεκατινιάζονται στα μεσημβρινά αποκαλυπτήρια και βγάζουν και το φύλλο της συκής της ψυχής τους στα βραδινά γυμνωτήρια της ανθρώπινης ύπαρξης προς δόξαν των μετρήσεων και των νεόπλουτων «δημοσιογράφων».
Που κερδοσκοπούν ασύστολα, νέο-μαυραγορίτες, με το υστέρημα του διπλανού τους, με την ανάγκη του καθημερινού τους γείτονα.
Που μισούν τις πόλεις τους που κι αυτές με τη σειρά τους, τους μισούν. Όμοιος στον όμοιο. Δρόμοι αδιάβατοι, βομβαρδισμένοι με λακκούβες, συγκοινωνίες ακίνητες, πεζοδρόμια αδιάβατα που μπορείς να πας αδιάβαστος από τον μηχανόβιο που βιάζεται ή μέσα στο λάκκο της ΔΕΗ, της ΕΥΔΑΠ ή άλλου δημόσιου φορέα του «σταρχιδισμού» (νομίζω, Ανδρέας Ρουμελιώτης ο πλαστουργός). Δρόμοι γεμάτοι με τα σκουπίδια τους, φιλανθρωπική προσφορά στους παρίες της ζωής, που τα ανασκαλεύουν ψάχνοντας ένα ξεροκόμματο, όταν δεν κάνουν ουρές για τα συσσίτια φιλανθρωπίας του Δήμου..
Που αλλοτριωμένοι, αποξενωμένοι, περιθωριοποιημένοι μέσα στον άγριο, απάνθρωπο, ατομισμό του νεοφιλελευθερισμού δεν ενδιαφέρονται παρά μόνον για «την πάρτη τους». Και «γαία πυρί μειχθήτω». Μεταφράζω για τους (εκ)παιδευτές των παιδιών μας: «κι οι άλλοι ας παν’ να γ…».
Το πανηγύρι του ποδοσφαίρου άρχισε.
Θα περάσουμε όμορφα και όμορφα θα μας «περάσουν», στα μουλωχτά, τη Ζήμενς, χωρίς ούτε φωνή ούτε ακρόαση, αφού το γυαλί θα πάρει το χρώμα της φανέλας των ποδοσφαιριστών κι αφού, στην τηλε-δημοκρατία μας, αν δεν το δείξει το τηλε-γυαλί και δεν το ανακοινώσει ο τηλε-ατσερβελάκης (α: στερητικό και τσερβέλο: εγκέφαλος) τίποτα δεν υπάρχει.
Ποιος τώρα, πού, πώς, ν’ ασχοληθεί με τα της Βουλής.
Με τις τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο, στη Θράκη, στην Κύπρο. Με τους λεονταρισμούς των Σκοπίων. Με την ηλίθια κυνικότητα των Θάμνων (Bush: θάμνος). Με την υποκρισία των Ευρωπαίων. Με την κομψευριππιδική εξωτερική μας πολιτική.
Με τους νταβατζήδες, με τους κουμπάρους, με τους κομιστές, με τους πολιτισμικούς γραμματείς.
Με την ανικανότητα τιθάσευσης της ακρίβειας. Με την αδιαφορία της πολιτείας για την πόλη και τους πολίτες της.
Όλα αυτά, που χρόνια τώρα και καθημερινώς μας πληγώνουν:
Η Πόλη μας.
Οι Πολιτικοί μας.
Οι Εαυτοί μας.
«Συ! hypocrite lecteur! – mon semblance, – mon frère! (σ.σ. Εσύ! υποκριτή λέκτορα! – όμοιέ μου,– αδερφέ μου!)» (Τ. Έλιοτ)

Ελευθέριος Ανευλαβής, Παθολόγος -Πνευμονολόγος, Άμισθος Επικουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Διευθυντής Α. Παθολογικής Κλινικής Κωνσταντοπούλειου Γεν. Νοσοκομείου, Ν. Ιωνίας

Το διάβασα στη ζούγκλα και μου άρεσε

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός