Τρο-φῶς

ciorba_de_burta.jpg
Running to the window, he opened it, and put out his head. No fog, no mist ; clear, bright,jovial,stirring, cold; cold,piping for the blood to dance to; Golden sunlight ; Heavenly sky; sweet fresh air; merry bells. Oh, glorious! Glorious !
“ What’s to – day ? “ cried Scrooge, calling down to a boy in Sunday clothes (…)
“ Eh? “ Returned the boy with all his might of wonder.
_ “ What’s to – day, my fine fellow ? “ said Scrooge
_ “ To – day ! “ replied the boy. “ Why , CHRISTMAS DAY.
.
A Christmas Carol
Charles Dickens
.
Καθήσανε σ’ ἕνα τραπεζάκι στό βάθος κοντά στήν κουζίνα. Ἀπό τήν ἀνοιχτή πόρτα φαινόταν ὁ πάγκος μέ τίς μεγάλες κατσαρόλες καί τά ταψιά πού ἀχνίζανε. Οἱ μυρωδιές ἀνηφόριζαν τά σκαλοπάτια , ξεχύνονταν ἔξω καί καλοῦσαν τούς περαστικούς.
Στό δρόμο τερμάτιζαν πολλές γραμμές λεωφορείων καί ἦταν πολυσύχναστος. Ἄνθρωποι στριμώχνονταν σέ ἀκατάστατες οὐρές κι ἀνάμεσα τους κυκλοφοροῦσαν πολλοί ζητιάνοι ἄσκημοι, βρώμικοι καί σκοτεινιασμένοι. Ἀλλά πιό σκοτεινιασμένοι ἦσαν οἱ ριγμένοι ἀνάπηροι στίς γωνιές πού ἔκρυβαν τό πρόσωπό τους καί ἔδειχναν τά κομμένα τους μέλη.
Ἀκόμα καί στό καταμεσήμερο τριγυρνοῦσαν μεθυσμένοι πού ἔκαναν φασαρία , ξέσπαγαν σέ θορυβώδη γέλια, βλαστημοῦσαν ἤ βόγγαγαν ἐνῷ οἱ ὀδηγοί τῶν λεωφορείων τούς ἔβριζαν καί προσπαθοῦσαν νά τούς ἐμποδίσουν νά μποῦν στά ἁμάξια τους. Ἕνα σωρό γυναῖκες κυκλοφοροῦσαν μισόγυμνες καπνίζοντας . Τρίβανε τήν πλάτη τους στούς τοίχους σά νά θέλανε νά μαζέψουν τή ζέστα τοῦ ἥλιου ἤ τραβοῦσαν κάποιους ἀπ’αὐτούς πού περίμεναν στίς στάσεις ἐπίμονα ἀπό τό μπράτσο.Ἀνάμεσά τους τρυπώνανε μικρές ὁμάδες παιδιῶν· ἄλλα πουλοῦσαν μικροπράγματα κι ἄλλα περιφέρονταν ἔτσι χωρίς προορισμό μονάχα τους, μ’ ἀγριεμένα βλέμματα , φανερά πεινασμένα .
Ἦταν ἕνα δρόμος πού σοῦ ἔσφιγγε τήν καρδιά, ἴσως γιατί δέν ὑπῆρχε τίποτα πού νά κρύβει τό γεγονός πώς ἐκεῖ παζαρευόταν ἡ ζωή διαρκῶς, μιά μικρή , μίζερη καί φοβισμένη ζωή. Ἀκόμα κι ἄν κανείς δέν ἔλεγε τίποτα , ὑψωνόταν μιά μουγγή κι ἐντούτοις εὔγλωττη ἀπειλή : «πρόσεξε μήν καταντήσεις ἔτσι !» .
Ἀλλά τί εἶχαν κάνει αὐτοί πού εἶχαν καταντήσει «ἔτσι» καί μέ ποιό τρόπο μποροῦσε κανείς νά ἀποτρέψει μιά παρόμοια μέ τή δική τους κατάντια ; Ἔφταιγαν πού ἦσαν τόσο μόνοι, τόσο φτωχοί καί τόσο ἀπελπισμένοι; Ἔφταιγαν γιατί ἦσαν ἀπό- κληροι καί φέρονταν στόν δρόμο σάν νά ἦταν τό σπίτι τους ;
clochard.jpg
Μπορεῖ ὅσοι πέρναγαν ἤ ὄσοι ἐργάζονταν ἐκεί νά ὀργίζονταν μαζί τους , ἀλλά τά ἐξαθλιωμένα πλάσματα γνώριζαν καλά τό δρόμο ὅπως κι ὅλη τήν περιοχή ἐκεῖ γύρω. Τήν εἶχαν χνωτίσει μέρα νύχτα , τά ἄγρια καί παγωμένα ξημερώματα , τίς ὧρες πού ἔμοιαζε νά ἔχει σταματήσει γιά πάντα ἡ ζωή καί ἡ σιωπή μεταβαλόταν σέ ἐρήμωση .
Κάθησαν κοντά στήν κουζίνα « ἐδῶ εἶναι πιό ζεστά » εἶπε ὁ σερβιτόρος « τί θά πάρετε; » Ἡ γυναίκα πού εἶχε πάρει τήν ἀπόφαση ξαφνικά « ἔλα νά μποῦμε, νά σοῦ πάρω νά φᾶς » καί τράβηξε τό παιδί στά σκαλιά βιαστικά , σάν ἀπό φόβο μήπως τό ξανασκεφτεῖ καί δέν τολμήσει, παράγγειλε :
_ Μιά μερίδα ψητό μέ πατάτες φούρνου .
_ Τίποτ’ ἄλλο ; ρώτησε ὁ σερβιτόρος. Καμιά σαλάτα; Κρασάκι ; Μπυρίτσα;
_ Τίποτ’ ἄλλο, ἀπάντησε ἡ γυναίκα. Μόνο δυό ποτήρια νερό.
Ὁ σερβιτόρος ἔφερε μιά καράφα νερό, δυό ποτήρια , ἕνα καλαθάκι μέ δυό φέτες ψωμί. Γρήγορα ἔφερε καί τό πιάτο μέ τό ψητό.
_ Ὡραία μυρίζει ,εἶπε ἡ γυνάικα Φά ‘το τώρα πού εἶναι ζεστό !
Ἤπιε ἕνα ποτήρι νερό, τσιμπολόγησε τό ψωμί κι ἔβλεπε μ’ ἕνα ἱκανοποιημένο χαμόγελο τό παιδί πού ἔτρωγε.
_ Νά δοκιμάσω τήν ἄκρη μιᾶς πατάτας;
_ Πάρε, εἶπε τό παιδί στεναχωρημένο κι ἔσπρωξε πρός τό μέρος της τό πιάτο. Τό εἶχε καταλάβει πώς κι αὐτή πεινοῦσε.
Ὁ σερβιτόρος τούς κοίταζε σκεφτικός , ἀναστέναξε.
_ Ὄχι, μόνο μιά ἀκρούλα , εἶπε ἡ γυναίκα, χωρίς νά χάσει τό χαμόγελό της. Μμμ… πολύ νόστιμο ! Μήν ἀφήσεις τίποτα, φά’το ὅλο ! Μήπως θέλεις νά παραγγείλω μιά μερίδα ἀκόμα;
_ Ὄχι, εἶπε τό παιδί τρομοκρατημένο, ἄν καί θά ἤθελε νά μποροῦσε νά πεῖ ναί, ἕνα μεγάλο , ὁλοστρόγγυλο, εὐτυχισμένο « Ναί » σάν τό λευκό πιάτο μέ μιάν ἀκόμη μερίδα « ψητό λεμονάτο ».
Δέν πεινοῦσε , ἀλλά θά μπορούσανε νά τό μοιραστοῦνε , κι αὐτή δέν θά ἔπινε ξανά καί ξανά νερό ὑποκρινόμενη πώς διψάει ἐνῷ πείναγε καί λαχταροῦσε ἕνα τόσο νόστιμο φαγάκι.
Ἀπό τό δρόμο κατρακυλοῦσε τά σκαλιά τοῦ μαγέρικου ἕνα Φῶς σά νά εἶχαν ἀνάψει τά κεριά τῆς Ἀναστάσεως ἐκεῖ ἔξω. Τά χιλιάδες λευκά κεριά τῆς Ἀναστάσεως πού τά κρατοῦσαν λαμπροφορεμένοι οἱ κουρελῆδες κι οἱ ἀνάπηροι. Δέν ἦσαν οὔτε κουρελῆδες οὔτε ἀνάπηροι, οὔτε μαστουρωμένοι, οὔτε μέθυσοι, οὔτε πόρνες , οὔτε ἀλῆτες , οὔτε ἐξαθλιωμένοι ἀλλόγλωσσοι οὔτε ξένοι . Ἦσαν χιλιάδες φλόγες μέσα στό Φῶς πού οἱ κρουνοί του ξεπηδάγανε ἀπό τήν ἄσφαλτο , τούς τοίχους , τά στέγαστρα τῶν λεωφορείων καί κάθε τι γνωστό, συνηθισμένο καί καθημερινό.
Ὅλο αὐτό τό Φῶς ἔλουζε τή γυναῖκα πού κοίταζε μέ λατρεία τό παιδί χαμογελώντας ἐνῷ τοῦ ἐπαναλάμβανε:
_ Εἶσαι ἐντάξει; Χόρτασες ; Σίγουρα χόρτασες;

της Νατάσας Κεσμέτη

Νέο βιβλίο από τη Νατάσα Κεσμέτη : ¨Νησί από ελαφρόπετρα¨

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός, Υμηττός

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s