Monthly Archives: Ιανουαρίου 2007

ΕΦΥΓΕ ….

Κάποιοι από μας έχουμε χαμηλό βαθμό αυτοεκτίμησης και ασυνείδητα ταυτιζόμαστε με κάποιο πρόσωπο που προβάλλεται απο τα ΜΜΕ , όπως τα παιδάκια με τον ¨μπάτμαν¨ η επειδή κάποιος ¨επώνυμος¨ μπαίνει μέσω της τηλεόρασης στο σπίτι μας νομίζουμε ότι είναι ο δικός μας άνθρωπος και ¨ζούμε¨μέσα από τη ¨ζωή¨του .
Γι΄ αυτό και ακούς την κυρα Ευθαλία να σου λέει ο Νίκος ¨έφυγε¨ και να κλαίει το ¨παλικάρι¨ και συ να αναρωτιέσαι ποιος είναι αυτός ο Νίκος αφού ξέρεις ότι δεν έχει κανένα συγγενή η γνωστό με αυτό το όνομα τόσο κοντινό για να τον κλαίει , και άμα τη ρωτήσεις θα σου πει ο Κούρκουλος αγράμματε….
Δεν τον είχε δει ποτέ από κοντά , μόνο την εικόνα του στην TV και τη φωνή του να μιλά για τον κακό εχθρό μας την τερηδόνα άκουσε , αλλά ήξερε οτι είναι ηθοποιός άρα στάρ ….. ούτε εκείνο το αριστούργημα τον Αστραπόγιαννο δεν είχε δει που έκανε στον Υμηττό , στο Κατσιπόδι , τους Ποδαράδες , το Δουργούτι ακόμα και τις κυρίες στο Κοκκιναρά να κλαίνε ….. και όμως κλαίει .
Και τότε αρχίζεις να χαμογελάς γιατί νιώθεις ότι η κυρία Ευθαλία τα βράδια θα νιώθει μόνη , ¨ έφυγε¨ η φαντασίωσή της …άντε τώρα να ψάχνει γι άλλον … έχει πεθάνει και ο Γιουλ Μπρινερ …… οι καινούργιοι σταρ της πέφτουν κομματάκι μικροι και η κυρία Ευθαλία είναι σοβαρή γυναίκα , έχει αρχές δεν είναι τεκναντζού , άσε και που ο δύστυχος σύζυγος δεν θα αισθάνεται πια τη ¨φλόγα¨ της και θα αναρωτιέται αν υπάρχει άλλος ….
Πάντως ο μεταστάς και μόνο που έβαλε την οδοντόκρεμα με την οδοντόβουρτσα στο σπίτι του κάθε τερηδονιασμένου αξίζει μια εξόδιο ακολουθία δημοσία δαπάνη.
Ποιος νοιάζεται για τους άλλους 100000 έλληνες που πεθαίνουν κάθε χρόνο , αυτοί δεν ήταν ΣΤΑΡ.

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Τα σχόλια μου

ΜΑΝΩΛΗΣ ΓΛΕΖΟΣ

Γλέζος Μαν.Ο Μανώλης Γλέζος γεννήθηκε στ’ Απεράθου της Νάξου το 1922. Το 1940 πέτυχε στην ΑΣΟΕΕ. Μαθητής γυμνασίου ακόμη δημιούργησε αντιφασιστική ομάδα (1939) για την απελευθέρωση της Δωδεκανήσου και την αποτίναξη της δικτατορίας του Μεταξά, ενώ την περίοδο της ναζιστικής κατοχής ανέπτυξε έντονη και πολυποίκιλη απελευθερωτική δράση, μέσα από τις απελευθερωτικές οργανώσεις των νέων (ΟΚΝΕ, ΕΑΜ ΝΕΩΝ και ΕΠΟΝ) με αποτέλεσμα να υποστεί πολλές διώξεις και φυλακίσεις. Τη νύχτα της 30ής-31ης Μαΐου 1941, μαζί με τον Απόστολο Σάντα θα κατεβάσουν από την Ακρόπολη τη σβάστικα και θα καταδικαστούν ερήμην σε θάνατο.

Ο Μανώλης Γλέζος έχει καταδικαστεί είκοσι οκτώ φορές για την πολιτική δραστηριότητά του, από τις οποίες, τρεις φορές σε θάνατο και παρέμεινε στη φυλακή κρατούμενος δέκα έξι χρόνια συνολικά. Η εκτέλεση των θανατικών ποινών δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, έπειτα από τις έντονες διαμαρτυρίες του ελληνικού λαού και της διεθνούς κοινής γνώμης.

Μετά την απελευθέρωση δούλεψε στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης» έως το κλείσιμό της, ως συντάκτης, αρχισυντάκτης, υπεύθυνος έκδοσης και διευθυντής. Το 1951 αν και φυλακισμένος εξελέγη βουλευτής Αθηνών της ΕΔΑ. Το 1954 θα αναλάβει οργανωτικός γραμματέας της, το 1961 θα επανεκλεγεί βουλευτής Αθηνών, ενώ το 1974, μετά την αποφυλάκισή του, θα βοηθήσει στην ανασυγκρότηση της ΕΔΑ για να διατελέσει πρόεδρός της από το 1985 έως το 1989. Το 1956 θα οριστεί διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή». Το 1981 εξελέγη πρώτος βουλευτής της Αθήνας, το 1984 εξελέγη ευρωβουλευτής και το 1985 εξελέγη βουλευτής Β΄ Πειραιά, συνεργαζόμενος και τις τρεις φορές με το ΠΑΣΟΚ.
Η καταγραφή των παραπάνω αποτελεί μικρό, μόνο, μέρος της πολυκύμαντης δραστηριότητάς του. Αν κάτι χαρακτηρίζει τον Μανώλη Γλέζο, είναι η διαρκής και αδιάλειπτη παρουσία του σε όλους τους πατριωτικούς, δημοκρατικούς και κοινωνικούς αγώνες· είναι η έμπρακτη και μέχρι τέλους υπεράσπιση της πατρίδας από κάθε επιβουλή· είναι η αταλάντευτη υπεράσπιση του δικαιώματος του καθενός να σκέφτεται διαφορετικά· είναι η αμετακίνητα αντιεξουσιαστική και ελευθεριακή οπτική του, που τον οδηγεί στην υπεράσπιση κάθε καταπιεζόμενου, όπου γης, πότε στη Γένοβα, πότε στην Κύπρο και πότε στην Παλαιστίνη, την Σερβία ή το Ιράκ, ακόμα και τώρα που διανύει την όγδοη δεκαετία της ζωής του.
Πληθωρικό και εξακτινόμενο σε ποικίλα πεδία είναι και το συγγραφικό του έργο. Πέρα από την αρθρογραφία του σε εφημερίδες και περιοδικά, από το 1944 μέχρι σήμερα έχουν εκδοθεί σε βιβλία τα έργα του: Η ιστορία του βιβλίου, Από τη Δικτατορία στη Δημοκρατία, Το φαινόμενο της αλλοτρίωσης στη γλώσσα, Βίγλα Μνήμης, Η συνείδηση της πετραίας γης, Ύδωρ, Αύρα, Νερό και Ο άνθρωπος και η φύση , Εθνική Αντίσταση 1940-45 (δίτομο έργο 1272 σελίδων).
Ο Μανώλης Γλέζος για την προσφορά του και τις υπηρεσίες του στην επιστήμη και στην πατρίδα έχει αναγορευτεί σε τρία πανεπιστήμια επίτιμος διδάκτορας, έχει ανακηρυχθεί επίτιμος δημότης σε δέκα δήμους, επίτιμο μέλος και πρόεδρος σε πολλούς και διάφορους κοινωνικούς φορείς, ενώ έχει βραβευτεί με το Διεθνές Βραβείο Δημοσιογραφίας ( 1958 ), το χρυσό μετάλλιο Ζολιό Κιουρί του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης (1959), το χρυσό βραβείο Λένιν για την Ειρήνη (1963), τον Μεγαλόσταυρο του Φοίνικα από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας για τις πολλές υπηρεσίες που πρόσφερε στην Πατρίδα (1997) και το Αργυρό Μετάλλιο από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Εκδοτών Βιβλιοπωλών (2001).
Νομίζω όμως ότι η μεγαλύτερη διάκριση δεν είναι τα μετάλλια αλλά ο σεβασμός της κοινωνίας στον άνθρωπο που έκανε την προσφορά προς τους συνανθρώπους του κανόνα ζωής .


70 σχεδόν χρόνια μετά το κατέβασμα της σβάστικας από την Ακρόπολη ένας προφανώς ανόητος, άνανδρος, ανάλγητος, ανάγωγος και  ανιστόρητος ένστολος μισθοφόρος της …σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Γεωργάκη  Α. Παπανδρέου έριξε δακρυγόνο στο πρόσωπο ενός 88χρονου Γέροντα που αντί να κάτσει σπίτι του και να αναπολεί τα περασμένα βγήκε για να διαμαρτυρηθεί για την υποβάθμιση της ποιότητας ζωής όχι της δικής του αλλά του παρ ολίγον φονιά του …

Δεν έχει τόσο σημασία αν αυτός ο Γέροντας ήταν ο Μανώλης Γλέζος, αυτός έχει τιμήσει τη ζωή του όσο ελάχιστοι από μας αλλά το γεγονός αυτό  αποτελεί απόδειξη της έλλειψης  πατριωτισμού  και  ήθους της νέας τάξης πραγμάτων που πάνω απ όλα είναι οι ¨αγορές¨ … 

 

Σχολιάστε

Filed under Ιστορικά, Πολιτισμός

Η αριστερά και το άρθρο 16 …….

Τα κροκοδείλια δάκρυα της αριστεράς για την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος μου θύμισαν μια ιστορία που ( ας με συγχωρήσει αυτός που την ανέβασε στον ιστό και δεν τον θυμάμαι ) περιγράφει καταστάσεις καθημερινές που αφορούν την παιδεία , την εργασία , τα δημοκρατικά δικαιώματα. Γνήσιοι απόγονοι του σταλινισμού οι ¨λεγόμενοι¨ αριστεροί αφού ξευτέλισαν με το παραλογισμό τους και την αντίδραση για την αντίδραση τη διεκδίκηση μιας καλύτερης εκπαίδευσης , συνθηκών εργασίας και ζωής τώρα ¨κλαίνε¨.

«Όταν ο Στάλιν ήταν ετοιμοθάνατος και ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου, κάλεσε να παρουσιαστούν μπροστά του δυο πιθανοί διάδοχοί του. Είχε κατά νου να τους δοκιμάσει ώστε να συμπεράνει ποιος είχε την απαιτούμενη δεξιότητα να κυβερνήσει τη χώρα. Διέταξε λοιπόν να του φέρουν δυο πουλιά, και έδωσε από ένα στους υποψήφιους δικτάτορες. Ο πρώτος άρπαξε το πουλί, αλλά ήταν τόσο φοβισμένος ότι θα του ξεφύγει που το πίεσε τόσο πολύ ώστε όταν άνοιξε την παλάμη του ήταν νεκρό. Ο δεύτερος υποψήφιος, αφού είδε την απογοήτευση στο πρόσωπο του Στάλιν, για να μην επαναλάβει το λάθος του προηγούμενου χαλάρωσε πολύ τη χούφτα του και το πουλί κατάφερε να του ξεφύγει.

Ο Στάλιν τότε κοίταξε και τους δυο περιφρονητικά. «Φέρτε και σε μένα ένα» διέταξε.

Το πήρε στα χέρια του κρατώντας το από τα πόδια και του έβγαλε όλα τα πούπουλα από το μικρό του σώμα.

Τότε άνοιξε την παλάμη του.

Το πουλί έμεινε εκεί, ολόγυμνο, τρεμάμενο και αβοήθητο.

Ο Στάλιν το κοίταξε και είπε:

Βλέπετε ; και επιπλέον είναι ευχαριστημένο από τη ζεστασιά που εκπέμπει η παλάμη μου…»

Σχολιάστε

Filed under Τα σχόλια μου

Η διάκριση του πιστού από τον πολίτη

Διαχρονικό  το άρθρο του καθηγητή Αντ.  Μανιτάκη

Η συνεχιζόμενη κρίση στις σχέσεις της Ιεραρχίας της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος με τη Κυβέρνηση, με αφορμή την απόφαση της δεύτερης να απαλείψει από τα δελτία των αστυνομικών ταυτοτήτων το στοιχείο του θρησκεύματος, δεν μαρτυρεί μια εφήμερη ούτε προδικάζει μια συγκυριακή διατάραξη των σχέσεων των δύο αυτών συνταγματικών θεσμών. Εντάσσεται σε μια γενικότερη ιστορική αναδιάταξη των σχέσεων της πολιτικής με την θρησκεία καθώς και του ιδιωτικού με το δημόσιο χώρο. Δεν είναι δυνατόν επομένως να κατανοηθούν και ερμηνευτούν σωστά οι αποφάσεις που επισκιάζουν τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας, αν προηγουμένως δεν ενταχθούν λογικά στο ιστορικό και λογικό πλαίσιο που ανήκουν.

Για τους συνταγματολόγους το ζήτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες είναι άκρως διδακτικό, διότι δείχνει, μεταξύ πολλών άλλων, τα όρια της τυπολατρικής και περιγραφικής προσέγγισης που επικρατούν στη μελέτη των σχέσεων κράτους και εκκλησίας. Η θεώρησή τους αποκλειστικά μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα του άρθρου 3Σ ακόμη και σε συνδυασμό προς το άρθρο 13Σ, που κατοχυρώνει την θρησκευτική ελευθερία, εμποδίζει μιαν ευρύτερη, πολυδιάστατη θεώρηση που να υπερβαίνει τη στατική, νομολογιακή βασικά ανάλυσή τους. Η μονομερής, δηλαδή, ερμηνευτική αναζήτηση του νοήματος των άρθρων 3 και 13, χωρίς λογικές αναφορές στις θεμελιώδεις αρχές της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και στην νέα πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα που έχει διαπλαστεί από τις μεταμορφώσεις του κράτους, όσο διεισδυτική και αν είναι, δεν μπορεί να γίνει αποκαλυπτική και ταυτόχρονα διαπλαστική σύγχρονων νοημάτων.

Εξάλλου, η θεσμική σχέση της εκκλησίας με το κράτος συχνά επισκιάζει τη συμβολική σχέση τους και δεν επιτρέπει να φωτιστεί η άτυπη όσο και καθοριστική σχέση της εκκλησίας με το κράτος-έθνος και ειδικότερα της εκκλησίας με το έθνος καθώς και το πλέγμα των σχέσεων πολιτικής και θρησκείας, γενικότερα. Διότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος δεν είναι απλώς μια εκκλησία κρατική ή του κράτους, με την έννοια ότι δημιουργήθηκε από το κράτος, οργανώθηκε ως νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, εξοπλίστηκε με προνόμια δημόσιας εξουσίας και διοικείται ως διοικητικός οργανισμός με βάση νόμο που συνέταξε και ψήφισε το κράτος^ συμπεριφέρεται παράλληλα και ενεργεί ταυτόχρονα και ως εκκλησία του έθνους ή εθνική.

Σχηματοποιώντας θα λέγαμε, ότι η αυτοκέφαλη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος συγκροτήθηκε ως θεσμός του κράτους, επειδή το εθνικό κράτος την χρειαζόταν ως εκκλησία του έθνους. Η ίδια εξάλλου εγκολπώθηκε την εθνική του αποστολή και λειτούργησε ως εκκλησία εθνική, επειδή αυτός ο τίτλος της προσέδιδε κύρος και λαϊκή νομιμοποίηση και την καθιστούσε απαραίτητο ιδεολογικό και νομιμοποιητικό στήριγμα της πολιτικής εξουσίας, η οποία με την σειρά της την χρησιμοποιούσε ως μέσο των εθνικών του και πολιτικών επιδιώξεων.

Αυτό που δοκιμάζεται σήμερα δεν είναι τόσο οι θεσμικές και τυποποιημένες σχέσεις κράτους και εκκλησίας όσο οι άτυπες και άδηλες σχέσεις της εκκλησίας με το έθνος. Η εθνική φυσιογνωμία της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ελλάδος αμφισβητείται και επαναπροσδιορίζεται. Παρατηρείται έτσι το εξής παράδοξο και εν μέρει αντιφατικό: την ίδια στιγμή που η Εκκλησία απαγκιστρώνεται από την κρατική κηδεμονία και δείχνει να αρθρώνει ένα δικό της λόγο, ανεξάρτητα από το κράτος ή και σε αντιπαράθεση μαζί του, την ίδια ακριβώς στιγμή εμφανίζεται δημόσια και δρα ως εκκλησία κυρίως εθνική, ως φορέας δηλαδή των εθνικών πεπρωμένων και αυθεντικός εκπρόσωπος του γένους και διεκδικεί μέσω του εθνικού της ρόλου λόγο και συμμετοχή στις κρατικές αποφάσεις που θεωρεί η ίδια εθνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. («Με ενδιαφέρει το συμφέρον του έθνους. Και νομίζω ότι αυτό το συμφέρον είμαι ταγμένος να υποστηρίξω και να υπερασπιστώ έναντι οποιουδήποτε κόστους»…»Δεν θα σταματήσω να διατυπώνω τις απόψεις μου για ζητήματα καίρια όπως τα εθνικά.» έχει δηλώσει ο Αρχιεπίσκοπος στον τύπο).

Δεν θα πρέπει εξάλλου να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η εμμονή της Ιεραρχίας στο αίτημα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες δεν δικαιολογείται τόσο από την υποχρέωση των πιστών να ομολογούν δημόσια την πίστη τους και να υπερασπίζονται την θρησκευτική τους ελευθερία, όσο από την ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι έτσι υπερασπίζονται την εθνικο- θρησκευτική τους ταυτότητα. Οι λαοσυνάξεις αντλούσαν την νομιμοποίησή τους από το ιδεολόγημα της ταύτισης της Ορθοδοξίας με τον Ελληνισμό, της Ελλάδος με την Ορθοδοξία και εύρισκαν απήχηση, επειδή βασίζονταν στο ιδεολογικό βάπτισμα της ορθόδοξης πίστης σε εθνικό φρόνημα. Ο λαός του Θεού συγκεντρωνόταν στις πλατείες για να υπερασπιστεί μαζί με την θρησκευτική την εθνική του ταυτότητα. Η αμφισημία του όρου ταυτότητα και οι εύκολοι συνειρμοί και μεταπηδήσεις από τη συλλογική θρησκευτική ταυτότητα στην εθνική ταυτότητα διευκόλυναν τις επιδιώξεις της εκκλησίας.

Καλλιεργήθηκε επομένως εσκεμμένα -ή και ασυνείδητα- μια σύγχυση γύρω από την έννοια της ταυτότητας, η οποία χρησιμοποιήθηκε και χρησιμοποιείται μέσα από την πολυσημία της: ενώ το ζήτημα αφορά το νομικό ζήτημα της «αστυνομικής» ταυτότητας ή το δελτίο ατομικής αναγνώρισης του πολίτη, το μυαλό μεταπηδά συνειρμικά στη συλλογική «θρησκευτική» και από εκεί στην «εθνική» ταυτότητα των πολιτών και αντίστροφα.

Το πολιτικά όμως και δημοκρατικά αθέμιτο δεν βρίσκεται στην συγκεχυμένη χρήση του όρου «ταυτότητα», αλλά στη σύγχυση που καλλιεργείται μεταξύ της ιδιότητας του πιστού και εκείνης του πολίτη.

Οι δύο διακριτές σε μια δημοκρατική κοινωνία ιδιότητες, εκείνη του πιστού και εκείνη του πολίτη, ταυτίζονται και δεν είναι σαφές -όχι μόνον στην κοινή γνώμη αλλά και σε κοσμικούς που ασχολούνται με το θέμα- αν το αίτημα που υποβάλλεται από την Ιεραρχία για την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος εκφράζει την βούληση των ορθόδοξων πιστών ή του ελληνικού λαού. Το ίδιο ερώτημα ανακύπτει και με τη συλλογή υπογραφών για τη διενέργεια σχετικού δημοψηφίσματος. Διερωτάται δηλαδή κανείς, αν η συλλογή των υπογραφών γίνεται από «πιστούς», οι οποίοι καλούνται με την υπογραφή τους να δηλώσουν και διατρανώσουν την ιδιωτική τους πίστη ή από «πολίτες» που εγκαλούν την κυβέρνηση και την κυβερνητική πλειοψηφία για προσβολή των θρησκευτικών πεποιθήσεων του ελληνικού λαού συνολικά. Ως τι εκδηλώνουν τη βούλησή τους οι υπογράφοντες, ως μέλη μιας θρησκευτικής κοινότητας; της πολυπληθέστερης που υπάρχει στη χώρα ή ως πολίτες που επιδιώκουν να επιβάλουν την πλειοψηφική βούλησή τους σε ολόκληρο τον λαό; Και ως τι ενεργεί η Ιεραρχία και ο Αρχιεπίσκοπος; Ως εκπρόσωποι της κυρίαρχης στην χώρα θρησκευτικής κοινότητας ή ως θείοι και ιστορικοί εκπρόσωποι του έθνους και του λαού; Στο όνομα του λαού και για χάριν του διεξάγεται το δημοψήφισμα ή στο όνομα των ορθόδοξων πιστών που συμβαίνει να έχουν την ελληνική ιθαγένεια;

Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά είναι κρίσιμη, διότι έχει να κάνει με την αντίληψη που έχουμε για τη φύση και την αποστολή της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας και δείχνει τον έμμεσο τρόπο με τον οποίο εισβάλλει η Εκκλησία στον χώρο της πολιτικής.

Διότι, η δημοκρατία θεμελιώνεται και προϋποθέτει μια καταστατική διάκριση: τη διάκριση μεταξύ της ιδιωτικής ζωής του ανθρώπου και της δημόσιας του πολίτη. Ως ιδιώτης ή άτομο ο άνθρωπος ασπάζεται στην προσωπική ζωή του διαφορετικές πεποιθήσεις, θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή πολιτικές και τις συμμερίζεται βέβαια με άλλους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται από τη δημόσια εκδήλωσή τους η συλλογική διαβίωση των ανθρώπων. Ως πολίτης και μέλος μιας πολιτικής κοινωνίας, κάθε άνθρωπος διαθέτει ίσα δικαιώματα με τους άλλους πολίτες και συμμετέχει μαζί τους στην διαχείριση των κοινών ή δημόσιων υποθέσεων, πέρα από τις κοινωνικές ή συνειδησιακές του ιδιαιτερότητες. Οι πολίτες απαρτίζουν το λαό και η έννοια του λαού, ως ενότητα αδιαφοροποίητη, δεν θεμελιώνει μόνον την κοινή εξουσία τους στο κράτος αλλά και την ενότητά τους πέρα και πάνω από τις διαιρέσεις τους. Η ενότητα του λαού βασίζεται στην πολιτική ισότητα και η πολιτική ισότητα αγνοεί τις διαφοροποιήσεις, που διακρίνουν τους ανθρώπους στη σφαίρα την ιδιωτική. Η πίστη ξεχωρίζει τους ανθρώπους, τους διακρίνει, γι’ αυτό και οι πιστοί, ως φορείς του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, εκδηλώνουν την πίστη τους στην ιδιωτική, την προσωπική τους ζωή, σε διάκριση και αντιδιαστολή προς την δημόσια, που είναι σφαίρα κοινή για όλους. Η ιδιότητα του πολίτη, του μέλους ενός ενιαίου συνόλου, του λαού ως ολότητα, ενώνει τους ανθρώπους σε έναν κοινό σκοπό. Δηλώνει τον άνθρωπο, που γίνεται αντιληπτός στην οικουμενικότητά του, ανεξάρτητα από τις ιδιαίτερες, τις προσωπικές του προτιμήσεις ή πεποιθήσεις. Για το λόγο αυτό, οι «πιστοί» δεν νομιμοποιούνται, ως ιδιώτες, όσο πολυάριθμοι και αν είναι, να θέλουν να επιβάλουν την ιδιωτική τους θέληση στο σύνολο του λαού, υποκαθιστώντας τους πολίτες και αγνοώντας ή περιφρονώντας τις αποφάσεις, που οι αντιπρόσωποι του λαού έχουν λάβει ενεργώντας κατ’ εντολήν τους. Η επίκληση του λαού και του έθνους για τη δικαιολόγηση αποφάσεων της Ιεραρχίας υποδηλώνει ότι οι εκκλησιαστικές αρχές εκλαμβάνουν τον εαυτό τους ως εκπρόσωπο του λαού και του έθνους και ότι νομιμοποιούνται να ενεργούν και να αποφασίζουν στο όνομά τους. Με βάση την αντίληψη αυτή δεν θα πρέπει να προκαλεί απορία το γεγονός ότι οι Ναοί μετατρέπονται από χώροι σύναξης των πιστών για την λατρεία του Θεού σε χώρους συγκέντρωσης πολιτών για την πολιτική έκφραση και διεκδίκηση αιτημάτων τους και άσκησης πίεσης στο Κοινοβούλιο και στην Κυβέρνηση με σκοπό την υιοθέτηση νόμων που να ικανοποιούν τις εθνο-θρησκευτικές τους πεποιθήσεις.

Η υποκατάσταση του κοσμικής και συνταγματικής έννοιας του λαού, ως συνόλου ίσων και ελεύθερων πολιτών από την θεολογική έννοια του Λαού του Θεού, ως συνόλου πιστών, είναι πλήρης. Και η αποδοχή της υποκατάστασης αυτής οδηγεί σε ανησυχητική και επικίνδυνη νόθευση της Δημοκρατίας.

του ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΝΙΤΑΚΗ

[ΤΕΥΧΟΣ 4-5/2000]

Σχολιάστε

Filed under Πολιτισμός